10 | ANA HUANG Η φωνή της ήταν πολύ αιχμηρή. Σήκωσε απότομα το κεφάλι του και την κοίταξε. Λάθος. Το στήθος του σφίχτηκε μόλις την αντίκρισε και είδε στα όμορφα καστανά μάτια της πόσο πληγωμένη ήταν. Είχαν περάσει δύο εβδομάδες από την τελευταία φορά που είχαν βρεθεί μόνοι τους, όμως θα μπορούσαν να έχουν περάσει δυο ζωές. Ο τρόμος του ανακατεύτηκε με μια παράξενη ευχαρίστηση που είχε ξαναβρεθεί μόνος μαζί της. Χρειάστηκε να επιστρατεύσει όλη την αυτοσυγκράτησή του για να μην την αρπάξει στην αγκαλιά του και να την κρατήσει για πάντα εκεί. «Πες μου την αλήθεια». Η φωνή της μαλάκωσε. «Μπορείς να μ’ εμπιστευτείς». Ήταν τόσο εύκολο να προσποιηθούν ότι όλα ήταν καλά. Να της δώσει τις διαβεβαιώσεις που ήθελε ν’ ακούσει και να γυρίσουν στην πρότερη κατάσταση. Της είχε εμπιστοσύνη, αλλά η αλήθεια θα τη διέλυε. Οπότε έκανε το μόνο πράγμα που μπορούσε να κάνει: Είπε ψέματα. «Λυπάμαι». Έσβησε κάθε συναίσθημα από τη φωνή του και το διοχέτευσε σ’ ένα λαγούμι γεμάτο απελπισία που στριφογύριζε στα σωθικά του. Άραγε εκείνη μπορούσε να τον ακούσει; Τον πανικόβλητο γδούπο της καρδιάς του που χτυπούσε στο στήθος του και του ούρλιαζε να σταματήσει; «Δεν ήθελα να γίνει έτσι, όμως νομίζω ότι είναι καλύτερα να μη βλεπόμαστε πια». Το πρόσωπο της Φάρα χλώμιασε. Η καρδιά του άρχισε να χτυπάει πιο δυνατά. «Πώς;» Ξεροκατάπιε. «Είχε πλάκα όσο κράτησε, αλλά η χρονιά τελειώνει και εγώ… δεν ενδιαφέρομαι πια. Λυπάμαι». Ψεύτη.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTk1OTAxMA==