Τεχνητή Νοημοσύνη - 4η έκδοση

Ενότητα 1.3 Ιστορία της τεχνητής νοημοσύνης 37 1.3.3 Μια δόση ρεαλισμού (1966–1973) Από την αρχή οι ερευνητές της ΤΝ δεν δίσταζαν να κάνουν προβλέψεις για την επερχόμενη επιτυχία τους. Οι παρακάτω δηλώσεις του Herbert Simon το 1957 αναφέρονται συχνά: Ο σκοπός μου δεν είναι να σας καταπλήξω ή να σας σοκάρω –αλλά ο απλούστερος τρόπος να το θέσω είναι να πω ότι υπάρχουν σήμερα στον κόσμο μηχανές που σκέπτονται, μαθαί­ νουν και δημιουργούν. Επίσης, η ικανότητά τους να κάνουν αυτά τα πράγματα πρόκειται να αυξηθεί γρήγορα μέχρι που –στο ορατό μέλλον– το φάσμα των προβλημάτων που θα μπορούν να χειρίζονται θα έχει την ίδια έκταση με το αντίστοιχο φάσμα της ανθρώπινης νόησης. Η φράση «ορατό μέλλον» είναι ασαφής, όμως ο Simon έκανε και πιο συγκεκριμένες προβλέ­ ψεις, λέγοντας ότι μέσα σε 10 χρόνια ένας υπολογιστής θα ήταν παγκόσμιος πρωταθλητής στο σκάκι και ότι ένα σημαντικό μαθηματικό θεώρημα θα αποδεικνυόταν από μια μηχανή. Οι προγνώσεις αυτές επαληθεύτηκαν (ή σχεδόν επαληθεύτηκαν) σε 40 χρόνια, και όχι σε 10. Η υπεραισιοδοξία του Simon οφειλόταν στις ελπιδοφόρες επιδόσεις των πρώιμων συστημάτων ΤΝ σε απλά παραδείγματα. Σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις, όμως, αυτά τα πρώτα συστήματα απέτυχαν σε δυσκολότερα προβλήματα. Οι λόγοι αυτής της αποτυχίας ήταν δύο. Ο πρώτος ήταν ότι πολλά από τα πρώιμα συ­ στήματα ΤΝ βασίζονταν κυρίως στην «ενημερωμένη ενδοσκόπηση» για το πώς εκτελούν μια εργασία οι άνθρωποι, και όχι σε μια προσεκτική ανάλυση της εργασίας, του τι συνεπάγεται μια λύση, και του τι πρέπει να κάνει ένας αλγόριθμος για να παράγει αξιόπιστα τέτοιες λύσεις. Ο δεύτερος λόγος αποτυχίας ήταν η έλλειψη εκτίμησης ως προς τη δυσεπιλυσιμότητα πολ­ λών από τα προβλήματα που προσπαθούσε να λύσει η ΤΝ. Τα περισσότερα από τα πρώιμα συ­ στήματα επίλυσης προβλημάτων δοκίμαζαν διάφορους συνδυασμούς βημάτων μέχρι να βρεθεί η λύση. Η στρατηγική αυτή αρχικά είχε επιτυχία επειδή οι μικρόκοσμοι περιείχαν πολύ λίγα αντικείμενα και επομένως πολύ λίγες δυνατές ενέργειες και πολύ σύντομες ακολουθίες λύσης. Πριν αναπτυχθεί η θεωρία της υπολογιστικής πολυπλοκότητας υπήρχε γενικά η αντίληψη ότι η αλλαγή της κλίμακας μεγέθους σε μεγαλύτερα προβλήματα ήταν απλώς θέμα γρηγορότερου υλικού και περισσότερης μνήμης. Η αισιοδοξία που ακολούθησε την ανάπτυξη της απόδειξης θεωρημάτων με ανάλυση (resolution), για παράδειγμα, σύντομα μετριάστηκε όταν οι ερευνη­ τές απέτυχαν να αποδείξουν θεωρήματα με περισσότερα από μερικές δεκάδες γεγονότα. Το ◀ γεγονός ότι ένα πρόγραμμα μπορεί θεωρητικά να βρει μια λύση δεν σημαίνει ότι το πρόγραμμα περιέχει κάποιον από τους μηχανισμούς που απαιτούνται για να βρει τη λύση πραγματικά. Η ψευδαίσθηση της απεριόριστης υπολογιστικής ισχύος δεν περιοριζόταν στα προγράμ­ ματα επίλυσης προβλημάτων. Τα πρώιμα πειράματα στη μηχανική εξέλιξη (machine evoΜηχανική εξέλιξη lution), ένα πεδίο που σήμερα ονομάζεται γενετικός προγραμματισμός [genetic program­ ming (Friedberg, 1958ꞏ Friedberg κ.ά., 1959)] βασίζονταν στην αναμφισβήτητα σωστή πε­ ποίθηση ότι, με την πραγματοποίηση μιας κατάλληλης σειράς μικρών μεταλλάξεων σε ένα πρόγραμμα κώδικα μηχανής, μπορούσε να δημιουργηθεί ένα πρόγραμμα με καλή απόδοση για οποιαδήποτε συγκεκριμένη εργασία. Η ιδέα λοιπόν ήταν να δοκιμάζονται τυχαίες μεταλλάξεις με μια διαδικασία επιλογής που να διατηρεί εκείνες που φαίνονται χρήσιμες. Μετά από χιλιάδες ώρες χρόνου CPU, όμως, δεν παρατηρήθηκε καμία πρόοδος. Η αποτυχία να τα βγάλει πέρα με το πρόβλημα της «συνδυαστικής έκρηξης» ήταν μία από τις κυριότερες κριτικές της ΤΝ που αναφέρονταν στην έκθεση του Lighthill (Lighthill, 1973), η οποία αποτέλεσε τη βάση για την απόφαση της Βρετανικής κυβέρνησης να τερματίσει την υποστήριξη της έρευνας στην ΤΝ σε όλα τα πανεπιστήμια εκτός από δύο. (Η προφορική παράδοση μας δίνει μια κάπως διαφορετική και πιο ζωντανή εικόνα, με πολιτικές φιλοδοξίες και προσωπικές αντιπάθειες που η περιγραφή τους ξεφεύγει από το θέμα μας.) Μια τρίτη δυσκολία οφειλόταν σε κάποιους θεμελιώδεις περιορισμούς των βασικών δο­ μών που χρησιμοποιούνταν για την παραγωγή ευφυούς συμπεριφοράς. Για παράδειγμα, όπως αποδείχτηκε στο βιβλίο των Minsky και Papert Perceptrons (1969), αν και τα perceptron (μια

RkJQdWJsaXNoZXIy NTg2Njg=