Ο ιπποπόταμος που είχε λόξιγκα

«Γιαγιά…ĕ ‰ιαγιά κότα Το άκουσες g’μμμ… Τι gΤον όρυ§ο… αυτό το γουργούρισμα. gŠεν είναι τίποτα. ‹ίναι νυχτερινός όρυ§ος όπ¾ς τόσοι άλλοι.» ~νας φίλος μου, ένας ιπποπόταμος, είχε λόξιγκα το μεσ¬μέρι και τα μεσάνυχτα. Τι να σου λέ¾…»

Šώδεκα παρά ένα λεπτό Žα ταρακουν¬ ούμε. Τα «ώα §ά«ουν τ¬ «ών¬ ασφαλείας και κλείνουν τα αυτιά τους με ματσάκια μα¿ντανού. ”έρουν ότι το μεσ¬μέρι ακρι§ώς α πιάσει λόξιγκας τον ιπποπόταμο. Και ο λόξιγκας του ιπποπόταμου δεν είναι ένα απλό χικ. ‹ίναι ένας ιπποποταµίσιος λόξιγκας, απότομος και δυνατός. Και σαν να μ¬ν έφτανε αυτό, κά ε φορά ο ιπποπόταμος λέει «∆εν φταίω εγώ!» Αυτό είναι εκνευριστικό.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTk1OTAxMA==