Η Φύλακας του Ήλιου

4 Στον κόσμο μου δεν υπήρχε ήλιος. Στον κόσμο μου έριχνε καρεκλοπόδαρα στους αγρούς και στο δάσος,οι σταγόνες αναπηδούσαν στις στέγες και έπεφταν σε λακκούβες,σκορπίζοντας χιλιάδες μικροσκοπικές πιτσιλιές. Εδώ δεν υπήρχε καλοκαίρι, φθινόπωρο ή χειμώνας, ούτε άνοιξη –η οποία ήταν η πιο ωραία εποχή από όλες, σύμφωνα με τον παππού. Εδώ δεν υπήρχε νύχτα ή μέρα –μόνο ένα διαρκές λυκόφως. Ένα αδύναμο, μουντό φως σκέπαζε τα βουνά, αλλά γενικά βασίλευε το σκοτάδι. Το ρολόι του πύργου στην πλατεία μάς έλεγε πότε ήταν ώρα για ύπνο και πότε ήταν ώρα να ξυπνήσουμε. Ο κόσμος μου ήταν υγρός και σκοτεινός. Κάθε μέρα βροχή και γκρι σύννεφα, αλλά ποτέ κεραυνοί και αστραπές. Και αν ο παππούς δεν είχε ξεχάσει το κολατσιό του μια μέρα πηγαίνοντας στη δουλειά και αν δεν είχα ανακαλύψει το μυστικό που έκρυβε στο θερμοκήπιό του, τότε ίσως να έμενε για πάντα αυτό το βαρύ σκοτάδι. Είδα το ψωμί στο τραπέζι αμέσως αφού είχε φύγει. Ήταν μια μικρή, ξερή κόρα που δεν έφτανε να χορτάσει έναν ενήλικα, όμως, όταν ξεμέναμε από λαχανικά, το μόνο που είχαμε ήταν το ξερό ψωμί. Έτρεξα προς την πόρτα, πίσω από τον παππού, αλλά είχε κιόλας εξαφανιστεί. Στεκόμουν εκεί με την κόρα στο χέρι, όπως μου φάνηκε για μια στιγμή, έπειτα την τύλιξα σε μια πετσέτα κουζίνας, την έχωσα στην τσέπη της ποδιάς μου και φόρεσα το τεράστιο αδιάβροχο, το οποίο είχε έρθει στα χέρια μου επειδή κάποιος με λυπήθηκε. Δεν το έλεγαν ποτέ, αλλά πιθανότατα με λυπούνταν πολλοί. Η ορφανή Λίλη. Το παρατηρούσα όταν οι μεγάλοι με κοιτούσαν, και μερικές φορές μιλούσαν μεταξύ τους ψιθυριστά ενώ περνούσα από τον δρόμο. Αλλά το είχα συνηθίσει, μιας και ήμουν ορφανή από τότε που θυμόμουν τον εαυτό μου. Έξω ψιλόβρεχε, οι σταγόνες της βροχής έπεφταν σαν μακριά στάχυα από τον ουρανό. Στον δρόμο δίπλα από το σπίτι μας είχαν σχηματιστεί τρεις λακκούβες με βροχόνερα, τόσο μεγάλες, που δεν μπορούσα να πηδήσω από πάνω, και έτσι δεν είχα άλλη επιλογή παρά να τσαλαβουτήσω μέσα. Ένιωσα το νερό να τρυπώνει μέσα από τις τρύπες στις φθαρμένες μπότες μου, κάνοντας μούσκεμα τα πόδια μου. Οι λαστιχένιες μπότες μου πλατσούριζαν – πλατς πλατς – σε κάθε μου βήμα. Δεν άντεχα να έχω βρεγμένα πόδια. Ήταν το δεύτερο χειρότερο πράγμα στον κόσμο –μετά τους βρεγμένους ώμους. Πάντα βρέχονται οι ώμοι αν μείνεις για πολλή

RkJQdWJsaXNoZXIy NTg2Njg=