Αν συναντιόμασταν ξανά

12 | ANA HUANG Έτσι λοιπόν πρέπει να νιώθεις όταν πεθαίνεις. Πόνος στα σωθικά σαν κοφτερό στρώμα μαύρου πάγου. Λύπη για λέξεις που δεν κατάφερε να πει και υποσχέσεις που δεν μπόρεσε να κρατήσει. Μοναξιά καθώς γλιστρούσε σε μια σκοτεινή, άναστρη λήθη χωρίς κανείς να μπορεί να τον σώσει. «Λυπά…» «Αν πεις “λυπάμαι” ακόμα μία φορά, θα φέρω απ’ την κουζίνα ένα σκουριασμένο μαχαίρι και θα σου κόψω τ’ αρχίδια. Ή μάλλον μπορεί να το κάνω έτσι κι αλλιώς. Είσαι ένας γαμημένος μαλάκας. Εγώ λυπάμαι που έχασα τόσο χρόνο μαζί σου, και πιο πολύ ακόμα λυπάμαι την κοπέλα σου. Της αξίζει κάτι καλύτερο». Θεέ μου, δεν ήθελε να φύγει η Φάρα νιώθοντας μίσος γι’ αυτόν. Αυτό που ήθελε πάνω απ’ όλα στη ζωή του ήταν να της πει πως όλα ήταν ένα αστείο και ότι τη δούλευε. Ήθελε να την αρπάξει και να μυρίσει εκείνο το άρωμα από άνθη πορτοκαλιάς και βανίλιας που τον τρέλαινε, να ομολογήσει πόσο απέραντα ερωτευμένος ήταν μαζί της και να τη φιλήσει κόβοντάς της την ανάσα. Όμως δεν μπορούσε. Το πρώτο θα ήταν ψέμα και το δεύτερο… ήταν κάτι που δεν μπορούσε να ξανακάνει. Η Φάρα προχώρησε προς την πόρτα. Στάθηκε στο κατώφλι και γύρισε να τον κοιτάξει. Περίμενε ότι θα του πετούσε κι άλλο φαρμάκι – του άξιζε. Αλλά δεν το έκανε. Απλώς γύρισε κι έκλεισε την πόρτα πολύ απαλά – όμως στη σιωπή ο ανεπαίσθητος ήχος ακούστηκε σαν πυροβολισμός. Οι ώμοι του βούλιαξαν. Δεν είχε πια ενέργεια. Όλα είχαν τελειώσει και δεν υπήρχε επιστροφή. Έτσι έπρεπε να γίνει, όμως… Έκλεισε σφιχτά τα μάτια του, πασχίζοντας να διώξει τον πόνο. Δεν μπορούσε να βγάλει την εικόνα της από το μυαλό του καθώς του έλεγε ότι τον είχε σε τόσο χαμηλή εκτίμηση,

RkJQdWJsaXNoZXIy MTk1OTAxMA==