ΕΝΤΕΚΑ ΛΕΠΤΑ 19 στην επόμενη συνάντησή τους και αναθυμόταν κάθε δευτερόλεπτο που είχαν περάσει μαζί προσπαθώντας να καταλάβει τι είχε κάνει σωστά και τι λάθος. Της άρεσε να βλέπει τον εαυτό της σαν έμπειρη γυναίκα, που είχε ήδη αφήσει να της ξεφύγει μέσα απ’ τα χέρια ένα μεγάλο πάθος και γνώριζε τον πόνο που προκαλούσε αυτό – και τώρα ήταν αποφασισμένη να παλέψει με όλες της τις δυνάμεις γι’ αυτόν τον άντρα, για τον γάμο, γιατί αυτός ήταν ο άντρας που θα παντρευόταν, για τα παιδιά, για το σπίτι με θέα στη θάλασσα. Πήγε και μίλησε στη μητέρα της, η οποία την παρακάλεσε λέγοντας: «Είναι πολύ νωρίς ακόμα, κορούλα μου». «Μα εσύ παντρεύτηκες τον μπαμπά στα δεκάξι σου». Η μητέρα δεν ήθελε να της εξηγήσει ότι αιτία ήταν μια απρογραμμάτιστη εγκυμοσύνη, γι’ αυτό και χρησιμοποίησε το επιχείρημα ότι «άλλες εποχές τότε» και έκλεισε το θέμα. Την άλλη μέρα οι δυο τους πήγαν μια βόλτα στα χωράφια γύρω απ’ το χωριό. Κουβέντιασαν λιγάκι και η Μαρία τον ρώτησε αν ήθελε να κάνει ταξίδια, εκείνος όμως, αντί για απάντηση, την πήρε στην αγκαλιά του και τη φίλησε. Το πρώτο της φιλί! Πόσο την είχε ονειρευτεί αυτή τη στιγμή! Το σκηνικό ήταν το κάτι άλλο – οι ερωδιοί που πετούσαν, το ηλιοβασίλεμα, το σχεδόν άγονο τοπίο με την άγρια ομορφιά του, ο ήχος μιας μουσικής από μακριά. Η Μαρία έκανε ότι του αντιστεκόταν, αλλά σύντομα τον αγκάλιασε κι επανέλαβε αυτό που είχε δει πάμπολλες φορές στο σινεμά, στα περιοδικά και στην τηλεόραση: Έτριψε κάπως έντονα τα χείλη της στα δικά του, κουνώντας το κεφάλι της απ’ τη μια μεριά στην άλλη, με μια κίνηση λίγο ρυθμική, λίγο ανεξέλεγκτη. Ένιωθε κάθε τόσο τη γλώσσα του αγοριού να αγγίζει τα δόντια της και το έβρισκε θεσπέσιο.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTk1OTAxMA==