Έντεκα λεπτά

ΠΈΡΑΣΑΝ ΤΡΊΑ ΧΡΟΝΙΆ, έμαθε γεωγραφία και μαθηματικά, άρχισε να παρακολουθεί σαπουνόπερες στην τηλεόραση, διάβασε στο σχολείο τα πρώτα ερωτικά περιοδικά κι έπιασε να γράφει ημερολόγιο για τη μονότονη ζωή της και την επιθυμία της να γνωρίσει αυτά που της μάθαιναν – τη θάλασσα, το χιόνι, ανθρώπους με τουρμπάνια, γυναίκες κομψές και φορτωμένες κοσμήματα. Αφού όμως κανένας δεν μπορεί να ζει με άπιαστα όνειρα –ιδίως όταν η μάνα είναι μοδίστρα και ο πατέρας δεν κάθεται μια σταλιά στο σπίτι–, σύντομα κατάλαβε ότι έπρεπε να δίνει μεγαλύτερη προσοχή σε όσα συνέβαιναν γύρω της. Μελετούσε με στόχο να πετύχει, ενώ συγχρόνως γύρευε κάποιον με τον οποίο θα μπορούσε να μοιραστεί τις περιπέτειες που ονειρευόταν. Όταν έκλεισε τα δεκαπέντε, ερωτεύτηκε ένα αγόρι που γνώρισε σε μια λιτανεία τη Μεγάλη Εβδομάδα. Δεν επανέλαβε το παιδικό της λάθος: Μιλούσαν, έγιναν φίλοι και στη συνέχεια πήγαιναν μαζί στο σινεμά και στα πάρτι. Παρατήρησε επίσης ότι, όπως είχε συμβεί και με το άλλο αγόρι, στο μυαλό της συνέδεε τον έρωτα περισσότερο με την απουσία παρά με την παρουσία του άλλου: Ένιωθε συνεχώς να της λείπει, καθόταν ώρες ολόκληρες και σκεφτόταν τι θα έλεγαν

RkJQdWJsaXNoZXIy MTk1OTAxMA==