ΕΝΤΕΚΑ ΛΕΠΤΑ 17 και ορκίστηκε στην εικόνα του Αγίου Αντωνίου ότι θα ’παιρνε η ίδια την πρωτοβουλία να μιλήσει στο αγόρι. Την επομένη στολίστηκε όσο καλύτερα μπορούσε, έβαλε ένα κομψό φόρεμα που της είχε ράψει η μητέρα της ειδικά για την περίσταση και βγήκε απ’ το σπίτι – ευχαριστώντας τον Θεό που επιτέλους είχαν τελειώσει οι διακοπές. Όμως το αγόρι δεν φάνηκε. Πέρασε έτσι άλλη μία εβδομάδα γεμάτη αγωνία, μέχρι που έμαθε από συμμαθητές ότι είχε μετακομίσει. «Πήγε μακριά», είπε ένας. Εκείνη τη στιγμή η Μαρία έμαθε ότι ορισμένα πράγματα χάνονται για πάντα. Έμαθε ακόμα ότι υπάρχει ένα μέρος που λέγεται «μακριά», ότι ο κόσμος είναι απέραντος, το χωριό της μικρό και οι πιο ενδιαφέροντες άνθρωποι στο τέλος πάντα έφευγαν. Θα της άρεσε κι εκείνης να φύγει, αλλά ήταν ακόμα πολύ μικρή· παρ’ όλα αυτά, κοιτάζοντας τους σκονισμένους δρόμους του μικρού τόπου όπου ζούσε, αποφάσισε ότι μια μέρα θα ακολουθούσε τα βήματα του αγοριού. Τις εννιά Παρασκευές που ακολούθησαν, μεταλάβαινε, όπως πρόσταζε η θρησκεία της, και παρακαλούσε την Παναγία να την πάρει κάποτε από κει. Στενοχωριόταν για πολύ καιρό, καθώς προσπαθούσε μάταια να ανακαλύψει πού βρισκόταν το αγόρι, αλλά κανείς δεν γνώριζε πού είχαν μετακομίσει οι γονείς του. Η Μαρία κατέληξε τότε στο συμπέρασμα ότι ο κόσμος ήταν υπερβολικά μεγάλος, ο έρωτας κάτι πολύ επικίνδυνο και η Παναγία μια γυναίκα που δεν έδινε δεκάρα στις προσευχές των παιδιών.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTk1OTAxMA==