Έντεκα λεπτά

16 PAULO COELHO ζωής της, και είχε καταστρώσει ένα σχέδιο να φύγει στην ερημιά για να την καταβροχθίσει ένα απ’ τα άγρια ζώα που τρομοκρατούσαν τους χωρικούς της περιοχής: ο λυκάνθρωπος ή η ακέφαλη φοράδα. Μόνο έτσι δεν θα υπέφεραν οι γονείς της με τον θάνατό της, αφού η ελπίδα δεν εγκαταλείπει ποτέ τους φτωχούς ανθρώπους παρά τις συμφορές που τους βρίσκουν. Έτσι, θα πίστευαν ότι την είχε αρπάξει κάποια πλούσια αλλά άτεκνη οικογένεια και ότι μια μέρα θα επέστρεφε μες στη δόξα και το χρήμα – ενώ ο τωρινός (και παντοτινός) έρωτας της ζωής της θα τη θυμόταν για πάντα, και θα βασανιζόταν κάθε μέρα που δεν της είχε ξαναμιλήσει. Δεν πρόφτασε να γράψει το γράμμα, γιατί στο δωμάτιο μπήκε η μητέρα της, είδε κόκκινα τα σεντόνια, χαμογέλασε και της είπε: «Τώρα είσαι πια γυναίκα, κόρη μου». Θέλησε να μάθει τι σχέση είχε το γεγονός ότι ήταν πια γυναίκα με το αίμα που κυλούσε, αλλά η μητέρα της δεν μπορούσε να της το εξηγήσει καλά, τη διαβεβαίωσε μόνο ότι ήταν φυσιολογικό και της είπε ότι από δω κι εμπρός θα έπρεπε να βάζει ένα πράμα σαν κουκλίστικο μαξιλαράκι ανάμεσα στα πόδια της τέσσερις πέντε μέρες τον μήνα. Ρώτησε αν οι άντρες έβαζαν κι αυτοί έναν σωλήνα για να μην τρέξει το αίμα στα παντελόνια τους, έμαθε όμως ότι αυτό το πάθαιναν μόνο οι γυναίκες. Η Μαρία στην αρχή παραπονέθηκε στον Θεό, αλλά τελικά συνήθισε την εμμηνόρροια. Δεν μπορούσε όμως να συνηθίσει την απουσία του αγοριού και τα ’βαζε όλο με τον εαυτό της για τη βλακεία της να φύγει τρέχοντας από αυτό που επιθυμούσε πιότερο απ’ οτιδήποτε άλλο. Μία μέρα πριν ξανανοίξουν τα σχολεία πήγε στη μοναδική εκκλησία του χωριού της

RkJQdWJsaXNoZXIy MTk1OTAxMA==