Έντεκα λεπτά

ΕΝΤΕΚΑ ΛΕΠΤΑ 15 το βήμα της. Μαρμάρωσε απ’ τον φόβο της μόλις τον είδε να προχωράει προς το μέρος της, φοβήθηκε μην τυχόν καταλάβει πόσο τον αγαπούσε και πόσο τον περίμενε, πόσο ονειρευόταν να αγγίξει το χέρι του, να προσπεράσει την πύλη του σχολείου και να συνεχίσει ως το τέλος του δρόμου, όπου έλεγαν πως υπήρχε μια μεγαλούπολη, τηλεοπτικοί αστέρες, καλλιτέχνες, αυτοκίνητα, πολλοί κινηματογράφοι και άπειρα ωραία πράγματα να κάνει. Όλη την υπόλοιπη μέρα της ήταν αδύνατον να συγκεντρωθεί στο μάθημα, τη βασάνιζε το παράλογο φέρσιμό της, αλλά συνάμα ήταν ανακουφισμένη, επειδή ήξερε πλέον ότι το αγόρι την είχε προσέξει και ότι το μολύβι δεν ήταν παρά μια δικαιολογία για να πιάσουν κουβέντα, αφού όταν την πλησίασε, εκείνη διέκρινε ένα στιλό στην τσέπη του. Τώρα περίμενε την επόμενη φορά, και την ίδια νύχτα –αλλά και όσες ακολούθησαν– άρχισε να φαντάζεται τις πολλές και διάφορες απαντήσεις που θα του ’δινε μέχρι να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να ξεκινήσει μια ιστορία που δεν θα ’χε τέλος. Μα δεν υπήρξε επόμενη φορά· αν και συνέχισαν να πηγαίνουν μαζί μέχρι το σχολείο, με τη Μαρία άλλες φορές να προπορεύεται κρατώντας σφιχτά ένα μολύβι στο δεξί της χέρι κι άλλες να περπατάει λίγο πιο πίσω για να τον κοιτάζει με τρυφερότητα, ποτέ πια δεν της απηύθυνε ούτε λέξη κι εκείνη δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς παρά να αρκείται να τον αγαπάει και να πονάει σιωπηλά μέχρι το τέλος της σχολικής χρονιάς. Έπειτα ήρθαν οι διακοπές, που της φαίνονταν δίχως τελειωμό, και ένα πρωί ξύπνησε με τα μπούτια της μες στο αίμα – νόμιζε ότι θα πέθαινε κι αποφάσισε να αφήσει ένα γράμμα στο αγόρι, όπου θα του έλεγε ότι ήταν ο μεγάλος έρωτας της

RkJQdWJsaXNoZXIy MTk1OTAxMA==