14 PAULO COELHO την καρδιά της και θα ’φευγε μαζί του για να κατακτήσει τον κόσμο. Εφόσον ο πρίγκιπας του παραμυθιού δεν έκανε την εμφάνισή του, της έμενε μονάχα να ονειρεύεται. Ερωτεύτηκε για πρώτη φορά στα έντεκά της χρόνια, όπως πήγαινε με τα πόδια απ’ το σπίτι της στο δημοτικό σχολείο της περιοχής. Την πρώτη μέρα κιόλας ανακάλυψε ότι δεν έπαιρνε μόνη αυτόν τον δρόμο: Μαζί της πήγαινε κι ένα αγόρι από τη γειτονιά, που είχε την ίδια ώρα σχολείο. Ποτέ τους δεν αντάλλαξαν ούτε μία κουβέντα, αλλά η Μαρία άρχισε να παρατηρεί ότι το πιο ευχάριστο κομμάτι της μέρας ήταν οι στιγμές αυτές που περπατούσε στον δρόμο, με τη σκόνη, τη δίψα, την κούραση, τον ήλιο ψηλά στον ουρανό και το γρήγορο βήμα του αγοριού, ενώ εκείνη ξεθεωνόταν για να τον προφταίνει. Η σκηνή αυτή επαναλαμβανόταν μήνες. Η Μαρία, που σιχαινόταν το διάβασμα και δεν είχε άλλη ψυχαγωγία στη ζωή της πέραν της τηλεόρασης, έφτασε στο σημείο να εύχεται να περνάει γρήγορα η μέρα, καθώς περίμενε με ανυπομονησία τη στιγμή που θα κινούσε για το σχολείο και, σε αντίθεση με τα άλλα κορίτσια της ηλικίας της, έβρισκε αφόρητα βαρετά τα Σαββατοκύριακα. Δεδομένου ότι οι ώρες κυλούν πολύ πιο αργά για ένα μικρό κορίτσι απ’ ό,τι για τους ενηλίκους, υπέφερε τρομερά κι οι μέρες τής φαίνονταν πολύ μεγάλες, γιατί της έδιναν μόνο δέκα λεπτά με τον έρωτα της ζωής της και χιλιάδες άλλες ώρες για να τον σκέφτεται και να φαντάζεται πόσο όμορφα θα ήταν αν μπορούσαν να μιλήσουν. Και αυτό συνέβη. Ένα πρωί το αγόρι την πλησίασε και της ζήτησε να του δανείσει ένα μολύβι. Η Μαρία δεν απάντησε, έδειξε ενοχλημένη για εκείνη την απρόσμενη προσέγγιση και μάλιστα επιτάχυνε
RkJQdWJsaXNoZXIy MTk1OTAxMA==