ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΑΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ήταν μια πόρνη που την έλεγαν Μαρία. Για στάσου. «Μια φορά κι έναν καιρό» λένε στην αρχή τα παραμύθια, ενώ η «πόρνη» είναι μια λέξη για ενηλίκους. Πώς να γράψω ένα βιβλίο μ’ αυτή την ολοφάνερη αντίφαση; Αλλά, τέλος πάντων, αφού κάθε στιγμή της ζωής μας έχουμε το ένα πόδι στο παραμύθι και το άλλο στην άβυσσο, ας κρατήσουμε αυτή την αρχή: Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια πόρνη που την έλεγαν Μαρία. Όπως όλες οι πόρνες, γεννήθηκε παρθένα κι αθώα και στα χρόνια της εφηβείας της ονειρευόταν να συναντήσει τον άντρα της ζωής της (πλούσιο, όμορφο, έξυπνο), να παντρευτεί (ντυμένη νυφούλα), να κάνει δύο παιδιά (που θα γίνονταν μεγάλα και τρανά), να ζήσει σ’ ένα ωραίο σπίτι (με θέα στη θάλασσα). Ο πατέρας της ήταν πλανόδιος έμπορος, η μάνα της μοδίστρα, το χωριό όπου ζούσε στην επαρχία της Βραζιλίας είχε μόνο έναν κινηματογράφο, ένα μπαρ κι ένα υποκατάστημα τράπεζας, γι’ αυτό η Μαρία περίμενε πώς και πώς τη μέρα που θα ’ρχόταν απρόσμενα ο πρίγκιπας του παραμυθιού, θα έκλεβε
RkJQdWJsaXNoZXIy MTk1OTAxMA==