ΤΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΙΣΤΗ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ 15 Έξι μήνες μετά την πρώτη του κουβέντα με τη γυναίκα, κανένας θόρυβος δεν αποσπούσε πια την προσοχή του παιδιού. Τις καμπάνες, όμως, του βυθισμένου ναού δεν μπορούσε να τις αφουγκραστεί ακόμα. Μερικοί ψαράδες, που πήγαιναν να κουβεντιάσουν μαζί του, επέμεναν: «Εμείς τις έχουμε ακούσει!» έλεγαν. Το αγόρι, όμως, δεν τα κατάφερνε. Λίγο καιρό αργότερα, οι ψαράδες άλλαξαν τροπάρι: «Αμάν πια μ’ εσένα, έχεις κολλήσει με τον ήχο από τις καμπάνες που είναι εκεί κάτω. Παράτα τες και άντε ν’ αρχίσεις να παίζεις πάλι με τους φίλους σου. Ίσως μονάχα οι ψαράδες να είναι ικανοί να τις αφουγκραστούν». Ύστερα από ένα χρόνο περίπου, το παιδί είπε στον εαυτό του: «Ίσως έχουν δίκιο. Καλύτερα να μεγαλώσω, να γίνω κι εγώ ψαράς και να έρχομαι σε αυτή την παραλία κάθε πρωί, αφού έχει αρχίσει να μου αρέσει». Κι έκανε και την εξής σκέψη: «Ίσως να πρόκειται απλώς για ένα μύθο και, με το σεισμό, οι καμπάνες να έχουν σπάσει και να μην ξαναχτυπήσουν ποτέ πια». Εκείνο το απόγευμα πήρε την απόφαση να γυρίσει στο σπίτι. Πλησίασε τον ωκεανό για να τον αποχαιρετήσει. Κοίταξε άλλη μια φορά το θέαμα της φύσης και τότε, επειδή δεν ήταν πια συγκεντρωμένη η προσοχή του στις καμπάνες, μπόρεσε να χαμογελάσει στο τραγούδι των γλάρων, στον θόρυβο της θάλασσας, στον άνεμο που σφύριζε ανάμεσα στους φοίνικες. Άκουσε από μακριά τις φωνές των φίλων του που έπαιζαν και χάρηκε στη σκέψη πως πολύ σύντομα θα επέστρεφε στα παιχνίδια της παιδικής του ηλικίας. Το παιδί ήταν ευχαριστημένο και, με τον τρόπο που μονάχα ένα παιδί ξέρει να κάνει, ένιωσε την ανάγκη να πει ευχαρι-
RkJQdWJsaXNoZXIy MTk1OTAxMA==