14 PAULO COELHO Το παιδί επέστρεψε στην παραλία και περίμενε ν’ αφουγκραστεί τις καμπάνες. Πέρασε εκεί όλο το απόγευμα, αλλά το μόνο που κατάφερε ν’ ακούσει ήταν ο ήχος των κυμάτων και τα κρωξίματα των γλάρων. Όταν βράδιασε, οι γονείς του πήγαν να το πάρουν σπίτι. Το επόμενο πρωί, πήγε ξανά στην παραλία. Του ήταν αδύνατο να πιστέψει πως μια τόσο όμορφη γυναίκα ήταν δυνατόν να λέει ψέματα. Αν κάποια ημέρα εκείνη επέστρεφε, ήθελε να μπορεί να της πει ότι δεν είχε δει το νησί, αλλά ότι είχε αφουγκραστεί τις καμπάνες του ναού που χτυπούσαν χάρη στην κίνηση των νερών. Πέρασαν έτσι μερικοί μήνες. Η γυναίκα δεν ξαναγύρισε και το αγόρι την ξέχασε. Τώρα πια είχε πειστεί πως έπρεπε ν’ ανακαλύψει τα πλούτη και τους θησαυρούς του βυθισμένου ναού. Αν αφουγκραζόταν τις καμπάνες, θα μάθαινε τη θέση του και θα μπορούσε να πάρει τον κρυμμένο θησαυρό. Τώρα πια δεν το ενδιέφεραν ούτε το σχολείο ούτε η παρέα των φίλων του. Είχε μεταμορφωθεί στον παράξενο τύπο που του έκαναν πλάκα τ’ άλλα παιδιά, τα οποία συνήθιζαν να λένε: «Δεν είναι πια σαν κι εμάς. Προτιμάει να κάθεται και να κοιτάζει τη θάλασσα, επειδή φοβάται μήπως χάνει στα παιχνίδια που παίζουμε». Όλοι γελούσαν όταν έβλεπαν το παιδί να κάθεται κοντά στη θάλασσα. Αυτό πάλι, αν και δεν τα κατάφερνε ν’ αφουγκραστεί τις καμπάνες του ναού, μάθαινε κάθε ημέρα πολλά και διάφορα. Παρατήρησε ότι, άμα είχε ακούσει για πολλή ώρα τον ήχο των κυμάτων, ο φλοίσβος δεν του αποσπούσε πλέον την προσοχή. Πέρασε λίγος καιρός και συνήθισε και τα κρωξίματα των γλάρων, το βούισμα των μελισσών, το σφύριγμα του ανέμου ανάμεσα στους φοίνικες.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTk1OTAxMA==