ΚΆΘΙΣΑ ΚΙ ΈΚΛΑΨΑ. Ο θρύλος λέει πως ό,τι πέφτει στα νερά του ποταμού αυτού –τα φύλλα, τα έντομα, τα φτερά των πουλιών– μεταμορφώνεται στις πέτρες στην κοίτη του ποταμού. Αχ! Μακάρι να μπορούσα να ξεριζώσω την καρδιά από το στήθος μου και να τη ρίξω στο ρεύμα και τότε δεν θα υπήρχε πια πόνος, ούτε νοσταλγία, ούτε αναμνήσεις. Στην όχθη του ποταμού Πιέδρα κάθισα κι έκλαψα. Το κρύο του χειμώνα με έκανε να νιώσω τα δάκρυα στο πρόσωπό μου και αυτά ανακατεύτηκαν με τα παγωμένα νερά που έτρεχαν μπροστά μου. Σε κάποιο σημείο ο ποταμός αυτός ενώνεται με έναν άλλον, έπειτα με άλλον, μέχρι που –μακριά από τα μάτια μου και από την καρδιά μου– όλα αυτά τα νερά γίνονται ένα με τη θάλασσα. Ας τρέξουν έτσι τα δάκρυά μου πολύ μακριά, για να μη μάθει ποτέ ο αγαπημένος μου ότι μια μέρα έκλαψα γι’ αυτόν. Ας τρέξουν τα δάκρυά μου πολύ μακριά και τότε θα ξεχάσω τον ποταμό Πιέδρα, το μοναστήρι, την εκκλησία στα Πυρηναία, την ομίχλη, τα μονοπάτια που περπατήσαμε μαζί. Θα ξεχάσω τους δρόμους, τα βουνά και τους αγρούς των ονείρων μου – όνειρα που ήταν δικά μου και δεν το γνώριζα. Θυμάμαι τη μαγική μου στιγμή, εκείνη τη στιγμή που ένα «ναι» ή ένα «όχι» μπορεί να αλλάξει ολόκληρη την ύπαρξή
RkJQdWJsaXNoZXIy MTk1OTAxMA==