Στις όχθες του ποταμού Πιέδρα κάθισα κι έκλαψα

«Ω Μαρία, η χωρίς αμαρτία συλληφθείσα, προσευχήσου για εμάς, που καταφεύγουμε σε Σένα». Αμήν!

Στους I.C και S.B., των οποίων η κοινωνία εν αγάπη με έκανε να δω τη θηλυκή όψη του Θεού· Στη Μόνικα Αντούνες, σύντροφο από την πρώτη στιγμή, που με την αγάπη και τον ενθουσιασμό της μεταλαμπαδεύει τη φλόγα στον κόσμο· Στον Πάουλο Ρόκο, για τη χαρά των μαχών που δώσαμε μαζί και για την αξιοπρέπεια των αγώνων που δώσαμε μεταξύ μας· Στον Μάθιου Λορ, που δεν ξέχασε μια σοφή γραμμή του Ι Τσινγκ: «Η επιμονή είναι ευνοϊκή».

Καὶ ἐδικαιώθη ἡ σοφία ἀπὸ τῶν τέκνων αὐτῆς πάντων. Κατά Λουκάν 7,35

Πρόλογος του συγγραφέα Ένας Ισπανός ιεραπόστολος επισκεπτόταν ένα νησί όταν συνάντησε τρεις Αζτέκους ιερείς. «Πώς προσεύχεστε;» ρώτησε ο ιερωμένος. «Λέμε μόνο μία προσευχή», απάντησε ένας από τους Αζτέκους, Λέμε: «Θεέ μου, εσύ είσαι τρεις, εμείς είμαστε τρεις. Ελέησον ημάς». «Ωραία προσευχή», είπε ο ιεραπόστολος. «Αλλά δεν είναι ακριβώς η προσευχή που ακούει ο Θεός. Θα σας διδάξω μία πολύ καλύτερη». Ο ιερωμένος τους δίδαξε μια καθολική προσευχή και συνέχισε τον δρόμο του ευαγγελισμού. Χρόνια μετά, στο πλοίο πια που τον μετέφερε πίσω στην Ισπανία, αναγκαστικά πέρασε ξανά από εκείνο το νησί. Από το κατάστρωμα, είδε τους τρεις ιερείς στην παραλία και τους χαιρέτησε. Εκείνη τη στιγμή, και οι τρεις άντρες άρχισαν να περπατούν πάνω στο νερό, πηγαίνοντας προς το μέρος του. «Πάτερ! Πάτερ!» φώναξε ο ένας, πλησιάζοντας το πλοίο. «Δίδαξέ με πάλι την προσευχή που ακούει ο Θεός, γιατί δεν τη θυμόμαστε!»

12 PAULO COELHO «Δεν πειράζει», είπε ο ιεραπόστολος, βλέποντας το θαύμα. Και ζήτησε συγχώρεση από τον Θεό, που δεν είχε καταλάβει νωρίτερα ότι Εκείνος μιλά όλες τις γλώσσες. * * * Η ιστορία αυτή είναι ένα καλό παράδειγμα για το τι προσπαθώ να διηγηθώ στο βιβλίο Στις όχθες του ποταμού Πιέδρα κάθισα κι έκλαψα. Σπάνια αντιλαμβανόμαστε ότι μας περιτριγυρίζει το ασυνήθιστο. Τα θαύματα συμβαίνουν γύρω μας, τα σημάδια από τον Θεό μας δείχνουν τον δρόμο, οι άγγελοι ζητούν να εισακουστούν, αλλά αφού μαθαίνουμε ότι υπάρχουν συνταγές και κανόνες για να φτάσουμε στον Θεό, δεν δίνουμε προσοχή σε τίποτε από αυτά. Δεν καταλαβαίνουμε ότι Εκείνος βρίσκεται όπου τον αφήνουν να μπει. Οι παραδοσιακές θρησκευτικές πρακτικές είναι σημαντικές: μας κάνουν να μοιραστούμε με τους άλλους την εμπειρία της κοινωνίας και της προσευχής. Αλλά ποτέ δεν μπορούμε να ξεχάσουμε ότι η πνευματική εμπειρία είναι κυρίως πρακτική εμπειρία αγάπης. Και στην αγάπη δεν υπάρχουν κανόνες. Μπορούμε να προσπαθήσουμε να ακολουθήσουμε εγχειρίδια, να ελέγξουμε την καρδιά, να έχουμε στρατηγική για το πώς θα συμπεριφερθούμε – όμως όλα αυτά είναι ανοησίες. Η καρδιά αποφασίζει και αυτό που αποφασίζει αυτό έχει σημασία. Όλοι εμείς το έχουμε ήδη βιώσει αυτό. Όλοι εμείς κάποια στιγμή στη ζωή μας είπαμε με δάκρυα στα μάτια: «Υποφέρω για μια αγάπη που δεν αξίζει τον κόπο». Υποφέρουμε γιατί νομίζουμε ότι δίνουμε περισσότερα απ’ όσα παίρνουμε. Υποφέρουμε γιατί δεν αναγνωρίζεται η αγάπη μας. Υποφέρουμε γιατί δεν καταφέρνουμε να επιβάλουμε τους δικούς μας κανόνες.

ΣΤΙΣ ΌΧΘΕΣ ΤΟΥ ΠΟΤΑΜΟΎ ΠΙΈΔΡΑ ΚΆΘΙΣΑ ΚΙ ΈΚΛΑΨΑ 13 Υποφέρουμε χωρίς λόγο διότι στην ίδια την αγάπη βρίσκεται ο σπόρος της ανάπτυξής μας. Όσο πιο πολύ αγαπάμε, τόσο περισσότερο πλησιάζουμε στην πνευματική εμπειρία. Οι πραγματικά πεφωτισμένοι, με τις καρδιές που φλέγονταν από αγάπη, κέρδιζαν όλες τις προκαταλήψεις της εποχής τους. Τραγουδούσαν, γελούσαν, προσεύχονταν μεγαλόφωνα, χόρευαν, μοιράζονταν αυτό που ο Απόστολος Παύλος αποκαλούσε «αγία τρέλα». Ήταν χαρούμενοι γιατί όποιος αγαπάει έχει κερδίσει τον κόσμο, δεν φοβάται να χάσει τίποτα. Η πραγματική αγάπη είναι πράξη ολοκληρωτικής υποταγής. Το Στις όχθες του ποταμού Πιέδρα κάθισα κι έκλαψα είναι ένα βιβλίο σχετικά με τη σημασία αυτής της υποταγής. Η Πιλάρ και ο σύντροφός της είναι φανταστικοί χαρακτήρες, αλλά αποτελούν σύμβολο των πολλών συγκρούσεων που μας συνοδεύουν στην αναζήτηση του άλλου μας μισού. Αργά ή γρήγορα πρέπει να υπερνικήσουμε τους φόβους μας – μιας και ο πνευματικός δρόμος ανοίγεται μέσα από την καθημερινή εμπειρία της αγάπης. Ο μοναχός Τόμας Μέρτον έλεγε: «Η πνευματική ζωή συνοψίζεται στο να αγαπάς. Δεν αγαπάει κάποιος επειδή θέλει να κάνει καλό, ή να βοηθήσει, ή να προστατέψει κάποιον. Αν ενεργούσαμε έτσι, θα βλέπαμε τον πλησίον μας σαν απλό αντικείμενο και θα βλέπαμε εμάς τους ίδιους σαν γενναιόδωρα και σοφά άτομα. Αυτό δεν έχει καμία σχέση με την αγάπη. Αγάπη σημαίνει να έρχεσαι σε κοινωνία με τον άλλο και να ανακαλύπτεις σε αυτόν τη σπίθα του Θεού». Μακάρι το κλάμα της Πιλάρ στην όχθη του ποταμού Πιέδρα να μας οδηγήσει στον δρόμο αυτής της κοινωνίας. PAULO COELHO

ΣΤΙΣ ΟΧΘΕΣ ΤΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ ΠΙΕΔΡΑ ûú

ΚΆΘΙΣΑ ΚΙ ΈΚΛΑΨΑ. Ο θρύλος λέει πως ό,τι πέφτει στα νερά του ποταμού αυτού –τα φύλλα, τα έντομα, τα φτερά των πουλιών– μεταμορφώνεται στις πέτρες στην κοίτη του ποταμού. Αχ! Μακάρι να μπορούσα να ξεριζώσω την καρδιά από το στήθος μου και να τη ρίξω στο ρεύμα και τότε δεν θα υπήρχε πια πόνος, ούτε νοσταλγία, ούτε αναμνήσεις. Στην όχθη του ποταμού Πιέδρα κάθισα κι έκλαψα. Το κρύο του χειμώνα με έκανε να νιώσω τα δάκρυα στο πρόσωπό μου και αυτά ανακατεύτηκαν με τα παγωμένα νερά που έτρεχαν μπροστά μου. Σε κάποιο σημείο ο ποταμός αυτός ενώνεται με έναν άλλον, έπειτα με άλλον, μέχρι που –μακριά από τα μάτια μου και από την καρδιά μου– όλα αυτά τα νερά γίνονται ένα με τη θάλασσα. Ας τρέξουν έτσι τα δάκρυά μου πολύ μακριά, για να μη μάθει ποτέ ο αγαπημένος μου ότι μια μέρα έκλαψα γι’ αυτόν. Ας τρέξουν τα δάκρυά μου πολύ μακριά και τότε θα ξεχάσω τον ποταμό Πιέδρα, το μοναστήρι, την εκκλησία στα Πυρηναία, την ομίχλη, τα μονοπάτια που περπατήσαμε μαζί. Θα ξεχάσω τους δρόμους, τα βουνά και τους αγρούς των ονείρων μου – όνειρα που ήταν δικά μου και δεν το γνώριζα. Θυμάμαι τη μαγική μου στιγμή, εκείνη τη στιγμή που ένα «ναι» ή ένα «όχι» μπορεί να αλλάξει ολόκληρη την ύπαρξή

18 PAULO COELHO μας. Μοιάζει να έχει συμβεί πολύ καιρό πριν, όμως έχει περάσει μόλις μία βδομάδα από τότε που ξανασυνάντησα τον αγαπημένο μου και τον έχασα. Στις όχθες του ποταμού Πιέδρα έγραψα αυτή την ιστορία. Τα χέρια μου ήταν παγωμένα, τα πόδια μουδιασμένα από τον τρόπο που καθόμουν και έπρεπε να σταματώ κάθε τόσο. «Προσπάθησε να ζήσεις. Οι αναμνήσεις είναι για τους μεγαλύτερους», έλεγε αυτός. Ίσως η αγάπη μας κάνει να γερνάμε πριν την ώρα μας και μας ξανανιώνει όταν περνά η νεότητα. Μα πώς να μη θυμάμαι εκείνες τις στιγμές; Γι’ αυτό έγραφα, για να μεταμορφώσω τη θλίψη σε νοσταλγία, τη μοναξιά σε αναμνήσεις. Έτσι ώστε, όταν ολοκλήρωνα την αφήγηση της ιστορίας αυτής σ’ εμένα την ίδια, να την έριχνα στον Πιέδρα – έτσι μου είχε πει η γυναίκα που με υποδέχτηκε. Τότε –μνημονεύοντας τις λέξεις μιας αγίας– τα νερά θα μπορούσαν να σβήσουν αυτό που έγραψε η φωτιά. Όλες οι ιστορίες αγάπης είναι ίδιες.

ΕΊΧΑΜΕ ΠΕΡΆΣΕΙ τα παιδικά μας χρόνια και την εφηβεία μαζί. Μετά εκείνος έφυγε, όπως φεύγουν όλα τα αγόρια από τις μικρές πόλεις. Είπε ότι θα πήγαινε να γνωρίσει τον κόσμο, ότι τα όνειρά του έφταναν πιο πέρα από τους αγρούς της Σόρια. Πέρασαν κάποια χρόνια χωρίς να έχω νέα του. Κάθε τόσο λάμβανα κάποιο γράμμα, αλλά αυτό ήταν όλο – γιατί δεν επέστρεψε ποτέ στα δάση και τους δρόμους των παιδικών μας χρόνων. Όταν τελείωσα το σχολείο, μετακόμισα στη Σαραγόσα – και ανακάλυψα ότι είχε δίκιο. Η Σόρια ήταν μια μικρή πόλη και ο μοναδικός διάσημος ποιητής της είχε πει ότι ο δρόμος ανοίγεται όσο προχωράς. Μπήκα στη σχολή και βρήκα αγόρι. Ξεκίνησα να μελετώ για έναν διαγωνισμό για μια θέση στο δημόσιο που δεν πραγματοποιούνταν ποτέ. Δούλεψα ως πωλήτρια, πλήρωσα τις σπουδές μου, απέτυχα στον διαγωνισμό, χώρισα με το αγόρι μου. Τα γράμματά του, τότε, άρχισαν να φτάνουν πιο συχνά – και, βλέποντας τα γραμματόσημα από τις διάφορες χώρες, ένιωθα ζήλια. Εκείνος ήταν ο φίλος μου που ήταν μεγαλύτερος, τα ήξερε όλα, γύριζε τον κόσμο, άφηνε τα φτερά του να απλωθούν – ενώ εγώ προσπαθούσα να δημιουργήσω ρίζες.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTk1OTAxMA==