12 PAULO COELHO στο Ρίο ντε Τζανέιρο, που ασχολούνταν σοβαρά με το Μέγα Έργο1, αλλά αυτοί αρνήθηκαν να με δεχτούν. Γνώρισα επίσης πολλούς άλλους που αυτοαποκαλούνταν αλχημιστές, είχαν δικά τους εργαστήρια και διατυμπάνιζαν ότι θα μου μάθαιναν τα μυστικά της Τέχνης, ζητώντας για αντάλλαγμα αμύθητα ποσά. Πλέον συνειδητοποιώ ότι όλοι αυτοί δεν ήξεραν τίποτα γι’ αυτό που υποτίθεται πως δίδασκαν. Παρά την τόση μου αφοσίωση, τα αποτελέσματα ήταν απογοητευτικά. Δεν συνέβαινε τίποτε από όσα υπόσχονταν τα βιβλία πίσω από την ακατάληπτη γλώσσα της Αλχημείας. Επρόκειτο για ένα συνονθύλευμα από σύμβολα, δράκους, λιοντάρια, ήλιους, φεγγάρια, υδράργυρους2, κι εγώ είχα μονίμως την αίσθηση ότι κάτι έκανα λάθος, γιατί η γλώσσα των συμβόλων αφήνει περιθώρια για τεράστιες παρερμηνείες. Το 1973, ήδη αποκαρδιωμένος από τις ατελέσφορες προσπάθειές μου, έκανα κάτι παντελώς ανεύθυνο. Εκείνη την περίοδο είχα προσληφθεί από τη Γραμματεία Εκπαίδευσης του Μάτου Γκρόσου ως καθηγητής θεάτρου στην ευρύτερη περιοχή, αλλά εγώ κατέληξα να χρησιμοποιώ τους μαθητές μου σε θεατρικά εργαστήρια που είχαν ως θέμα τον Σμαραγδένιο Πίνακα3. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με ορισμένες απόπειρές μου στα ελώδη μονοπάτια της μαγείας, με έκανε την επόμενη χρονιά να συνειδητοποιήσω για τα καλά αυτό που λένε «εδώ πληρώνονται όλα»∙ όλα γύρω μου κατέρρευσαν σαν χάρτινοι πύργοι. Πέρασα τα επόμενα έξι χρόνια της ζωής μου διατηρώντας μια μάλλον επιφυλακτική στάση απέναντι σε οτιδήποτε είχε να κάνει με τον μυστικισμό. Σε αυτή την πνευματική απομόνωση, έμαθα πολύ σπουδαία πράγματα: ότι παραδεχόμαστε Οι σημειώσεις της μεταφράστριας παρατίθενται στο τέλος του βιβλίου.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTk1OTAxMA==