Ο Αλχημιστής

Καθώς ο Κύριος με τους μαθητές του επήγαιναν προς την Ιερουσαλήμ, ο Ιησούς μπήκε σ’ ένα χωριό. Μια γυναίκα, ονόματι Μάρθα, τον υποδέχτηκε στο σπίτι της. Η Μάρθα είχε μια αδερφή, που την έλεγαν Μαρία. Η Μαρία κάθισε κοντά στα πόδια του Ιησού και άκουγε τη διδασκαλία Του. Αντίθετα, η Μάρθα δούλευε ασταμάτητα από την προθυμία της να τους περιποιηθεί. Πήγε λοιπόν στον Ιησού και του είπε: «Κύριε, δεν σε πειράζει που η αδερφή μου με άφησε μόνη να ετοιμάζω το φαγητό για εσένα και τους μαθητές Σου; Πες της να με βοηθήσει». Κι ο Ιησούς αποκρίθηκε: «Μάρθα, Μάρθα! Ασχολείσαι κι αγωνιάς με χίλια δυο πράγματα, μα ένα μόνο χρειάζεται. Η Μαρία διάλεξε την καλή, την πνευματική τροφή, και αυτό δεν πρόκειται κανείς να της το πάρει». Κατά Λουκάν, 10, 38-42

RkJQdWJsaXNoZXIy MTk1OTAxMA==