Ο ΑΛΧΗΜΙΣΤΗΣ 27 ναδεί το ίδιο όνειρο και τώρα τα ’βαζε με τα ζώα του, που τον συντρόφευαν, τα τόσο πιστά πάντα σ’ εκείνον. Ήπιε λίγο κρασί που είχε περισσέψει από το προηγούμενο βράδυ και τύλιξε σφιχτά την κάπα στο κορμί του. Σε λίγες ώρες −ήξερε−, ο ήλιος θα ήταν ψηλά στον ουρανό και η ζέστη τόσο αφόρητη, που δεν θα μπορούσε πια να τα πάει να βοσκήσουν. Αυτές τις ώρες τα καλοκαίρια στην Ισπανία όλοι κοιμόνταν. Η ζέστη κρατούσε μέχρι το βράδυ και μέχρι τότε το αγόρι αναγκαζόταν να κουβαλάει την κάπα του. Στο μεταξύ, κάθε φορά που πήγαινε να παραπονεθεί για το βάρος της, υπενθύμιζε στον εαυτό του ότι εξαιτίας της δεν κρύωνε το πρωί όταν ξυπνούσε. Πρέπει να είμαστε πάντα προετοιμασμένοι για τα καμώματα του καιρού, σκεφτόταν και αισθανόταν ευγνώμων τότε που την είχε. Η κάπα του είχε έναν σκοπό, το ίδιο κι εκείνος. Τα δύο χρόνια που είχε περάσει στα λιβάδια της Ανδαλουσίας είχε πια μάθει απέξω κι ανακατωτά όλες τις πόλεις της περιοχής. Αυτό ήταν το νόημα της ζωής του, να ταξιδεύει. Και αυτή τη φορά σκόπευε να εξηγήσει στο κορίτσι πώς ένας απλός βοσκός ήξερε να διαβάζει. Μέχρι τα δεκαέξι του είχε φοιτήσει σε μια θεολογική σχολή. Οι γονείς του ήθελαν να γίνει παπάς – που, όσο να πεις, δεν ήταν λίγο πράμα για μια απλή αγροτική οικογένεια που δούλευε ίσα για να εξασφαλίζει νερό και φαγητό, όπως τα πρόβατα στο κοπάδι του. Είχε παρακολουθήσει μαθήματα λατινικών, ισπανικών και θεολογίας, αλλά από παιδί ονειρευόταν να γνωρίσει τον κόσμο και αυτό για κείνον ήταν πολύ πιο σημαντικό από τον Θεό ή τις αμαρτίες των άλλων. Ένα απόγευμα, που πήγε να τους επισκεφτεί, βρήκε το κουράγιο να πει στον πατέρα του ότι δεν ήθελε να γίνει παπάς. Ήθελε να ταξιδέψει.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTk1OTAxMA==