Ο Αλχημιστής

ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΛΑΜΠΕΡΉ ΜΈΡΑ και ο βοσκός προσπάθησε να κατευθύνει το κοπάδι του προς τα κει που χτυπούσε ο ήλιος. Τίποτα δεν μπορούν να αποφασίσουν από μόνα τους, σκέφτηκε. Μπορεί γι’ αυτό να μένουν πάντα μαζί μου. Το μόνο που ήθελαν τα πρόβατά του ήταν να έχουν νερό και φαγητό. Όσο το αγόρι θα τα πήγαινε στα καλύτερα λιβάδια της Ανδαλουσίας, θα ήταν φίλοι του. Τι κι αν οι μέρες κυλούσαν μονότονα, με κείνα να σέρνονται νυσταλέα ώρες ατέλειωτες ανάμεσα στην ανατολή και τη δύση του ήλιου. Τι κι αν εκείνα, στη σύντομη ζωή τους, δεν θα είχαν διαβάσει ποτέ ένα βιβλίο κι ούτε θα μάθαιναν τη γλώσσα των ανθρώπων, που μπορούσε να περιγράφει όλα τα θαυμαστά του κόσμου. Τα πρόβατα ήταν ευχαριστημένα με φαγητό, νερό, και τίποτε άλλο. Σε αντάλλαγμα, πρόσφεραν γενναιόδωρα το μαλλί, τη συντροφιά και, ορισμένες φορές, το κρέας τους. Έτσι κι αποφάσιζα σήμερα να γίνω ένα τέρας και να τα ξεκάνω ένα ένα, ούτε που θα ’παιρναν χαμπάρι, παρά μόνο όταν σχεδόν όλο το κοπάδι θα είχε αποδεκατιστεί, σκεφτόταν το αγόρι. Απ’ την εμπιστοσύνη τους για μένα, ξεχνούν να εμπιστευτούν τα δικά τους ένστικτα. Κι αυτό επειδή τους βρίσκω νερό και φαγητό. Αμέσως όμως άρχισε να απορεί που σκεφτόταν έτσι – ίσως τελικά η εκκλησία, με εκείνη τη συκομουριά στη μέση, να ’ταν κακοΐσκιωτη. Λες και κάτι έκανε συνέχεια – το αγόρι είχε ξα-

RkJQdWJsaXNoZXIy MTk1OTAxMA==