ΑΠΌΜΕΝΑΝ ΠΛΈΟΝ μόλις τέσσερις μέρες για να πάει ξανά σ’ εκείνο το χωριό. Ήταν ενθουσιασμένος και μαζί ανήσυχος. Μπορεί το κορίτσι στο μεταξύ να τον είχε ξεχάσει − από κει περνούσαν τόσοι και τόσοι βοσκοί για να πουλήσουν την πραμάτεια τους. «Ας είναι», είπε το αγόρι στα πρόβατά του. «Κι εγώ θα γνωρίσω άλλα κορίτσια σε άλλα μέρη». Στο βάθος της καρδιάς του όμως ήξερε ότι δεν ήταν έτσι. Και ότι τόσο οι βοσκοί όσο οι ναυτικοί κι οι περιπλανώμενοι πραματευτάδες γνώριζαν πάντα, κάπου, κάποια, που τους έκανε να ξεχάσουν τη χαρά που ένιωθαν όταν περιπλανιόνταν μόνοι τους στον κόσμο.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTk1OTAxMA==