Ο Αλχημιστής

24 PAULO COELHO «Κι αφού ξέρεις να διαβάζεις, γιατί είσαι ένας απλός τσοπάνης;» Το αγόρι βρήκε μια δικαιολογία για να αποφύγει την απάντηση – ήταν σίγουρο ότι το κορίτσι δεν θα καταλάβαινε ποτέ του. Συνέχισε όμως να της εξιστορεί τις περιπέτειες από τα ταξίδια του και τα μικρά μαυριτανικά της μάτια άστραφταν από έξαψη και ενθουσιασμό. Όσο περνούσε η ώρα, το αγόρι ευχόταν μέσα του να μην τελείωνε ποτέ εκείνη η μέρα, ο πατέρας του κοριτσιού να είχε ακόμη πολλά πράγματα να κάνει, και ο ίδιος να αναγκαζόταν να μείνει εκεί για άλλες τρεις μέρες. Αντιλήφθηκε ότι άρχιζε να νιώθει κάτι που δεν είχε ποτέ του αισθανθεί: την επιθυμία να μείνει σ’ ένα μέρος για πάντα. Με το κορίτσι με τα μαύρα μαλλιά, οι μέρες δεν θα ήταν ποτέ ίδιες κι απαράλλακτες. Ο έμπορος ήρθε όμως κάποια στιγμή στο κατάστημα και του ζήτησε να κουρέψει τέσσερα πρόβατα. Ύστερα, πλήρωσε ό,τι του όφειλε και του ζήτησε να ξανάρθει την επόμενη χρονιά.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTk1OTAxMA==