Ο Αλχημιστής

«ΘΑ ΉΘΕΛΑ να πουλήσω λίγο μαλλί», είπε το αγόρι στον έμπορο. Το κατάστημα ήταν κλειστό και ο άντρας ζήτησε από τον βοσκό να περιμένει μέχρι το απόγευμα. Το αγόρι κάθισε στο πεζοδρόμιο και έβγαλε ένα βιβλίο από το ταγάρι του. «Δεν ήξερα ότι οι τσοπάνηδες διαβάζουν και βιβλία», ακούστηκε μια γυναικεία φωνή δίπλα του. Ήταν ένα κορίτσι από εκείνα, τα χαρακτηριστικά της Ανδαλουσίας, με μαύρα ολόισια μαλλιά και μάτια που θύμιζαν αόριστα τους παλιούς Άραβες κατακτητές. «Μάλλον επειδή τα πρόβατα έχουν περισσότερα να μας μάθουν απ’ τα βιβλία», απάντησε το αγόρι. Μιλούσαν για πάνω από δύο ώρες. Το κορίτσι τού είπε ότι ήταν η κόρη του εμπόρου και του μίλησε για τη ζωή στο χωριό, ίδια κι απαράλλακτη κάθε μέρα. Ο βοσκός τής μίλησε για τα βοσκοτόπια της Ανδαλουσίας, τα θαυμαστά και πρωτόγνωρα που αντίκριζε στις πόλεις που έβλεπε. Είχε καταχαρεί που μπορούσε να μιλά και με κάποιον άλλον πέρα από τα πρόβα- τά του. «Και πώς έμαθες να διαβάζεις;» ρώτησε το κορίτσι κάποια στιγμή. «Όπως όλοι οι άνθρωποι», της απάντησε. «Στο σχολείο».

RkJQdWJsaXNoZXIy MTk1OTAxMA==