Ο Αλχημιστής

22 PAULO COELHO Είχε προσέξει πως, όταν ξυπνούσε ο ίδιος, μαζί του ξύπναγαν επίσης τα περισσότερα από εκείνα. Έμοιαζε λες και κάποια μυστηριώδης ενέργεια να συνέδεε τη ζωή του με τα ζωντανά που εδώ και δύο χρόνια περιπλανιόνταν στη γη μαζί του, αναζητώντας τροφή και νερό. «Με έχουν τόσο συνηθίσει, που ξέρουν πια τις ώρες που ξυπνάω», μονολόγησε. Το ξανασκέφτηκε λίγο και κατέληξε ότι μπορεί να ίσχυε και το αντίθετο: Μπορεί εκείνος να είχε συνηθίσει το δικό τους ωράριο. Κάποια πάντως αργούσαν λίγο να ξυπνήσουν. Το αγόρι τα πρόγκηξε με την γκλίτσα του φωνάζοντάς τα με το όνομά τους ένα ένα. Πίστευε πάντα ότι ήταν ικανά να καταλάβουν τι έλεγε. Γι’ αυτό και μερικές φορές τους διάβαζε αποσπάσματα από βιβλία που του άρεσαν, τους μίλαγε για τη μοναξιά αλλά και τη χαρά του βοσκού στα χειμαδιά, ή σχολίαζε τα καινούρια πράγματα που έβλεπε στις πόλεις όπου πήγαιναν. Τις τελευταίες μέρες, ωστόσο, μία μόνο σκέψη στριφογύριζε στο μυαλό του: το κορίτσι, η κόρη του εμπόρου, που έμενε εκεί όπου επρόκειτο να φτάσει σε τέσσερις μέρες. Είχε ξαναπάει εκεί μία φορά μόνο, την προηγούμενη χρονιά. Ο έμπορος ήταν ιδιοκτήτης ενός υφασματάδικου και ήθελε πάντα, για να μην τον κοροϊδέψουν, να βλέπει τα πρόβατα να κουρεύονται μπροστά του. Τον έμπορο είχε προτείνει ένας φίλος του, γι’ αυτό κι ο Σαντιάγο πήγαινε εκεί τα πρόβατά του.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTk1OTAxMA==