ΤΟ ΑΓΌΡΙ το έλεγαν Σαντιάγο. Έπαιρνε να βραδιάσει όταν έφτασε με το κοπάδι του απέναντι από μια παλιά εγκαταλειμμένη εκκλησία. Η σκεπή έμοιαζε πεσμένη από καιρό και μια πελώρια συκομουριά είχε φυτρώσει ακριβώς στη θέση που άλλοτε καταλάμβανε το διακονικό. Αποφάσισε να διανυκτερεύσουν εκεί. Φρόντισε όλα τα πρόβατα να μπουν από την κατεστραμμένη πόρτα και ύστερα στοίβαξε μερικές χοντρές σανίδες για να μη βγουν έξω τη νύχτα. Στην περιοχή δεν υπήρχαν λύκοι, αλλά τα βράδια όλο και κάποιο ξεστράτιζε κι ο ίδιος έπρεπε μετά να το ψάχνει όλη μέρα. Κάλυψε το δάπεδο με την κάπα του και ξάπλωσε βάζοντας το βιβλίο που είχε τελειώσει για προσκέφαλο. Προτού κοιμηθεί, θύμισε στον εαυτό του ότι έπρεπε να αρχίσει να διαβάζει μεγαλύτερα βιβλία: Κρατούσαν περισσότερο και ήταν πιο άνετα για μαξιλάρια. Ήταν ακόμη σκοτάδι όταν ξύπνησε. Κοίταξε ψηλά και είδε τα αστέρια να λάμπουν μέσα από τη μισοκατεστραμμένη οροφή. Θα ’θελα να κοιμηθώ λιγάκι ακόμη, σκέφτηκε. Είχε δει ξανά το ίδιο όνειρο, όπως και την προηγούμενη βδομάδα, και είχε ξυπνήσει χωρίς να μάθει για άλλη μια φορά πώς τελείωνε. Σηκώθηκε και ήπιε μια γουλιά κρασί. Ύστερα πήρε την γκλίτσα του και άρχισε να ξυπνάει όσα πρόβατα κοιμόνταν ακόμη.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTk1OTAxMA==