Σε όσους ήθελαν κι άλλο
7 το όνειρό μου ήμουν παγιδευμένη. Κλειδωμένη σε ένα κελί, βαθιά κάτω από την επιφάνεια του νερού, όπου κανείς δεν άκουγε τις κραυγές μου. Δεν υπήρχε τρόπος διαφυγής· το μόνο που μπόρεσα να κάνω ήταν να τρέξω απ’ τη μια πλευρά στην άλλη στο μικρό δωμάτιο, να σύρω τα νύχια μου στην κλειδωμένη πόρτα, να τραβήξω τις πορτοκαλί νάιλον κουρτίνες και να διαπιστώσω ότι δεν υπήρχε παράθυρο – μονάχα ένα κενό πλαστικό φύλλο, ανελέητα χλευαστικό. Απεγνωσμένα, κοίταξα γύρω αναζητώντας κάτι, οτιδήποτε θα με βοηθούσε να δραπετεύσω από τη φυλακή μου – ένα κομμάτι ξύλο για να παραβιάσω την πόρτα, κάτι βαρύ για να κοπανήσω την κλειδαριά. Όμως δεν υπήρχε το παραμικρό – μόνο μια μεταλλική κουκέτα βιδωμένη στο τοίχωμα και ένας πλαστικός δίσκος στο δάπεδο. Η πόρτα ήταν εντοιχισμένη και ισόπεδη, χωρίς την παραμικρή βολική χαραμάδα για να χώσω τα δάχτυλά μου, χωρίς κενό στη βάση για να κοιτάξω ή να φωνάξω από εκεί. Και καθώς έξυνα το αμείλικτο πλαστικό με ματωμένα νύχια, το συνειδητοποίησα: δεν υπήρχε διέξοδος. Ήμουν κυριοΣ
RUTH WARE 8 λεκτικά, απόλυτα παγιδευμένη. Και η γνώση απειλούσε να με συντρίψει. Όταν ξύπνησα, ένιωσα ένα τεράστιο κύμα ανακούφισης. Παρέμεινα ξαπλωμένη, με τα μάτια κλειστά, νιώθοντας την καρδιά μου να σφυροκοπά και το αίμα να κουδουνίζει στα αυτιά μου. Δεν ήταν παρά ένα όνειρο – το γνωστό άσχημο όνειρο που είχα δει αμέτρητες φορές. Ένας ηλίθιος, επαναλαμβανόμενος εφιάλτης· η ανάμνηση μιας φριχτής κατάστασης, απ’ την οποία είχα δραπετεύσει εδώ και πολύ καιρό. Ήμουν ασφαλής στο σπίτι μου, όπου κανείς δεν μπορούσε να με βλάψει. Ήμουν όμως; Πριν ακόμη ανοίξω τα μάτια, κατάλαβα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Δεν ήμουν στο άνετο κρεβάτι του σπιτιού μου, με τον σύζυγό μου ξαπλωμένο δίπλα μου και δυο μωρουδίστικα ποδαράκια να πιέζουν την κοιλιά μου. Ήμουν μόνη, ξαπλωμένη σε ένα λεπτό, σκληρό στρώμα, πονώντας σε πλάτη και γοφούς. Και οι ήχοι ήταν λάθος – δεν ακουγόταν ο φιλικός βόμβος του παλιού κλιματιστικού μας, ούτε οι κόρνες ή οι σειρήνες της νυχτερινής Νέας Υόρκης. Όχι, ακούγονταν μόνο αντηχήσεις από μεταλλικές πόρτες, ήχοι βημάτων, αντρικές φωνές που φώναζαν θυμωμένα. «Αν δεν ηρεμήσεις–» άκουσα, κι αμέσως μετά κάτι που δεν το κατάλαβα. Οι παλμοί μου άρχισαν να αυξάνονται ξανά, και ανακάθισα, ανοίγοντας τα μάτια με μια αίσθηση τρόμου, καθώς τα γεγονότα της προηγούμενης μέρας επέστρεψαν ορμητικά. Δεν υπήρχε ψεύτικο παράθυρο, ούτε μπεζ πλαστικό φύλλο πίσω από τις νάιλον κουρτίνες. Και η πόρτα δεν ήταν πλαστική. Πόρτα πάντως υπήρχε. Μεταλλική και αμπαρωμένη. Και, φυσικά, κλειδωμένη. Το όνειρό μου δεν ήταν απλώς ένα όνειρο. Ήμουν παγιδευμένη. Ήμουν κλειδωμένη σε ένα κελί. Και δεν είχα ιδέα πώς θα κατάφερνα να βγω.
9 ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
11 1 ταν μπήκα στο υπνοδωμάτιο πήρα κοφτή ανάσα. Ήταν λες και το είχε χτυπήσει βόμβα. Αναποδογυρισμένα συρτάρια, πάπλωμα και μαξιλάρια πεταμένα στο πάτωμα, ένα τραπεζάκι ριγμένο ανάποδα στο κρεβάτι και καρέκλες σκόρπιες γύρω λες και κάποιος έπαιξε μπόουλινγκ μαζί τους, ρίχνοντάς τες σαν κορύνες. Παντού υπήρχαν ρούχα –στο χαλί, στο κομοδίνο, κρεμασμένα από τα στόρια στο παράθυρο–, ενώ μόλις που διέκρινα το χαλί μέσα σε αυτό το χάος. Και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά ήταν η Ντιλάιλα, η ηλικιωμένη ριγωτή γάτα μου, που γλειφόταν ήρεμα πάνω σε μια στοίβα ρούχα, τα οποία δύο ώρες νωρίτερα ήταν φρεσκοπλυμένα και διπλωμένα. Υπήρχαν μόνο δύο πιθανές εξηγήσεις. Ή είχε γίνει διάρρηξη μέσα στη νύχτα από κάποιον που αναζητούσε κάτι με τρομακτική αποφασιστικότητα. Ή ο Τζούντα είχε αφήσει τα αγόρια να ντυθούν μόνα τους για το σχολείο, και αυτό ήταν το αποτέλεσμα. Ήμουν σχεδόν σίγουρη ποια από τις δύο ίσχυε. Ό
RUTH WARE 12 Αναστενάζοντας, σήκωσα τις καρέκλες, πήρα το παιδικό ποτηράκι του Τέντι κάτω από το κρεβατάκι του και έδιωξα την Ντιλάιλα από τη στοίβα με τα τσαλακωμένα ρούχα της μπουγάδας. Κατόπιν, άρχισα να χώνω ξανά τα ρούχα του Έλι στη συρταριέρα. Είσαι Τρομερόοοοος! έγραφε ένα μικρό φούτερ πεταμένο στο χαλί, διακοσμημένο με έναν βρυχώμενο δεινόσαυρο. Γιατί τα ρούχα των ενηλίκων δεν είχαν ανάλογες διαβεβαιώσεις; Κάποιες μέρες ένιωθα την ανάγκη υποστήριξης από έναν χαμογελαστό τυραννόσαυρο που να λέει ότι πιστεύει σ’ εμένα – και η σημερινή ήταν μία από αυτές. «ΠΩΣ ΠΗΓΕ Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ;» Ο Τζούντα έβγαλε τα ακουστικά και σήκωσε το βλέμμα από τον φορητό υπολογιστή τη στιγμή που άφηνα το παιδικό ποτηράκι στον πάγκο της κουζίνας. Η διάθεσή μου φτιάχνει αμέσως όποτε μπαίνω στον κύριο χώρο του διαμερίσματός μας – στο κάτω κάτω, λόγω αυτού πειστήκαμε να το αγοράσουμε. Είναι μακρύς, καλύπτοντας σχεδόν όλο το μήκος της παλιάς πολυκατοικίας, με σκούρο λουστραρισμένο παρκέ και ψηλά παράθυρα με θέα τις στέγες των γειτόνων, και σήμερα είναι πλημμυρισμένος με μια ήπια φθινοπωρινή λιακάδα και στραφταλιστούς κόκκους σκόνης. Όταν αγοράσαμε το διαμέρισμα είχε δύο υπνοδωμάτια, και χρησιμοποιούσαμε το ένα για μας και το άλλο ως γραφείο/ξενώνα. Στη συνέχεια όμως έμεινα έγκυος, και το γραφείο έγινε αρχικά παιδικό δωμάτιο και τελικά υπνοδωμάτιο δύο μικρών αγοριών. Πλέον δουλεύαμε –δηλαδή ο Τζούντα δούλευε– κυρίως στο τραπέζι της κουζίνας, σε μια μικρή εσοχή στη μία πλευρά του κυρίως χώρου. Όταν επέστρεψα ήταν απορροφημένος με μια κλήση στο Zoom, τώρα όμως είχε το ύφος κάποιου που ήθελε όσο τίποτα να του αποσπάσουν την προσοχή.
Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΗ ΣΟΥΙΤΑ 11 13 Κούνησα το κεφάλι. «Καλά, αλλά δεν νομίζω να μου δώσουν τη δουλειά. Η κοπέλα που μου πήρε συνέντευξη ήταν πολύ ευγενική, όμως μου είπε ότι έχω υπερβολικά προσόντα. Δύο φορές». «Μετάφραση: θεωρούν ότι τους πέφτεις ακριβή», είπε ο Τζούντα ανασηκώνοντας τους ώμους. Στερέωσε τα γυαλιά όρασης στο μέτωπό του. «Σου το ’πα: πρέπει να στοχεύεις ψηλότερα». «Εύκολο να το λες, όμως έχω μείνει πολύ καιρό εκτός παιχνιδιού». Προσπάθησα να μην εμφανιστεί η ενόχληση στη φωνή μου, όμως δεν ήμουν σίγουρη αν τα κατάφερα. Ήταν εύκολο να το λέει ο Τζούντα – είχε εξασφαλίσει μια καλοπληρωμένη μόνιμη θέση, και μάλιστα στους New York Times, λίγο πριν από την έλευση της πανδημίας. Είχε κερδίσει το δημοσιογραφικό αντίστοιχο του πρώτου λαχνού – και το γεγονός ότι το ήξερε δεν με καθησύχαζε καθόλου όταν σύγκρινα τις επαγγελματικές μας πορείες. «Δεν βρίσκεις εύκολα μόνιμη θέση, Τζουντ, ειδικά όταν έχεις ένα κενό πέντε χρόνων στο βιογραφικό σου». «Το ξέρω», είπε ο Τζούντα. Σηκώθηκε, με πλησίασε και με αγκάλιασε. «Το ξέρω, με συγχωρείς, δεν ήθελα να υπονοήσω ότι υπάρχει κάποιο δέντρο με δουλειές και απλώς περιμένουν να τις κόψεις, μονάχα θεωρώ ότι… μερικές φορές δεν εκτιμάς όσο πρέπει τον εαυτό σου». «Μια χαρά εκτιμάω τον εαυτό μου, πίστεψέ με. Όμως έχω δουλέψει ελάχιστα αφότου γεννήθηκε ο Έλι – κι αυτό λειτουργεί για πολλούς σαν προειδοποιητικό σημάδι». Ο Έλι δεν ήταν ακριβώς καρπός της πανδημίας, ωστόσο γεννήθηκε ακριβώς προτού ξεσπάσει. Ήμουν ακόμη καβάλα στο κύμα της επιτυχίας του μοναδικού μου βιβλίου, του Σκοτεινά νερά, για την εφιαλτική εμπειρία μου στο κρουαζιερό-
RUTH WARE 14 πλοιο Aurora, στα νορβηγικά φιόρδ. Ο Τζούντα είχε μόλις προσληφθεί εσωτερικός στους New York Times. Είχαμε αγοράσει διαμέρισμα στην κυριλέ γειτονιά Τραϊμπέκα του Μανχάταν χάρη στην προκαταβολή μου για το βιβλίο και στον πρόσφατο παχυλό μισθό του. Όσο για το επόμενο βήμα, να προσπαθήσουμε να αποκτήσουμε ένα μωράκι, λογικό δεν ήταν; Για κάποιο λόγο, ίσως λόγω της αβεβαιότητας της λέξης προσπαθήσουμε, είχα υποθέσει ότι η διαδικασία θα έπαιρνε μήνες, αν όχι δυο τρία χρόνια. Στην πραγματικότητα, ο Έλι ήρθε πολύ πιο γρήγορα απ’ όσο περιμέναμε, και η φροντίδα ενός νεογέννητου σάρωσε και τους δυο μας κυριολεκτικά σαν τσουνάμι. Φάνταζε αδιανόητο ένα τόσο μικροσκοπικό πλάσμα να επιφέρει τέτοια καταστροφή σε δύο συντεταγμένες ζωές και για μένα, πεντέμισι χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την πατρίδα και τη μαμά μου, το πλήγμα ήταν ιδιαίτερα σοβαρό. Για ένα διάστημα η κατάσταση ήταν λιγάκι ταραγμένη – είχα νιώσει την ψυχική μου κατάσταση να γλιστράει ξανά σε ένα πολύ σκοτεινό μέρος, με τα παλιά φάρμακα να μη λειτουργούν ουσιαστικά, και τα νέα να προκαλούν αναπάντεχες παρενέργειες και περιπλοκές λόγω δοσολογίας. Παρ’ όλα αυτά, οι δυο μας καταφέραμε να ξαναβάλουμε τα πράγματα σε σειρά. Το ορμονικό τσουνάμι υποχώρησε. Ο Έλι ενσωματώθηκε στην καθημερινότητα. Με τον Τζούντα καταφέραμε να βγάλουμε μια άκρη, κι εγώ βρήκα τον συνδυασμό των αντικαταθλιπτικών που με επανέφερε σε ισορροπία. Και τότε, ενώ σκεφτόμουν να προσλάβω νταντά (ή μπέιμπι σίτερ όπως τις αποκαλούν εδώ) και να επιστρέψω στη δουλειά, ξέσπασε η πανδημία. Από μια άποψη, παρότι δεν θα το παραδεχτώ ποτέ φωναχτά, είχα χαρεί. Βέβαια ήταν δύσκολη περίοδος – η απομόνω-
Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΗ ΣΟΥΙΤΑ 11 15 ση, η ανησυχία για τη μητέρα μου, τόσο μακριά, στο «Νησί της Πανούκλας» σύμφωνα με τον χαρακτηρισμό της Guardian. Ταυτόχρονα όμως μου ήρθε γάντι – το κλείσιμο των σχολείων και των παιδικών σταθμών μού πρόσφερε δύο υπέροχα χρόνια στο σπίτι με τον Έλι, χωρίς τη δυνατότητα αναζήτησης εργασίας πλήρους απασχόλησης, κι έπειτα, όταν γεννήθηκε ο Τέντι, το χρονόμετρο μηδένισε και για άλλη μια φορά βρέθηκα στη μωρουδοχώρα, αν και με καλύτερα προσαρμοσμένη φαρμακευτική αγωγή και μεγαλύτερη ικανότητα να διαχειριστώ τα πράγματα. Όμως, με κάποιο τρόπο, βρεθήκαμε πια έξι χρόνια μετά. Ο Έλι πήγαινε νηπιαγωγείο. Ο Τέντι είχε μόλις ξεκινήσει στον βρεφονηπιακό σταθμό. Η προκαταβολή για το βιβλίο είχε εξανεμιστεί λόγω των καθημερινών εξόδων. Και με τον Τζούντα αποφασίσαμε ότι είχε έρθει η ώρα να καβαλήσω ξανά το άλογο. Με τη διαφορά ότι το άλογο ήταν ατίθασο. Είχα δουλέψει αρκετά ως ελεύθερη επαγγελματίας – τόσο εδώ στις ΗΠΑ, όσο και για παλιά αφεντικά και παλιές επαφές στη Βρετανία. Όμως εκείνο που ήθελα ήταν μια μόνιμη θέση με συνταξιοδοτικό πρόγραμμα και ασφάλιση υγείας. Τουλάχιστον είχα πια την αμερικανική υπηκοότητα, κάτι που μου παρείχε έναν βαθμό ασφάλειας. Ένα από τα όνειρα που έβλεπα εμμονικά, σε κάθιδρους εφιάλτες, τις σκοτεινές μέρες του επιλόχειου άγχους, ήταν ότι η πράσινη κάρτα μου έπαυε να ισχύει και η Υπηρεσία Αλλοδαπών ερχόταν να σπάσει την πόρτα. Η σκέψη με στοίχειωνε, παρότι ο Τζούντα με διαβεβαίωνε επανειλημμένα ότι δεν υπήρχε περίπτωση να συμβεί – ότι ως σύζυγος Αμερικανού πολίτη και μητέρα δύο παιδιών, δεν θα με απέλαυναν. Όμως, παρά το πολύτιμο αμερικανικό διαβατήριό μου, εξακολουθούσα να αντιλαμβάνομαι πως αν κάτι
www.klidarithmos.grRkJQdWJsaXNoZXIy MTk1OTAxMA==