ΤΟ ΠΑΓΩΜΕΝΟ ΠΟΤΑΜΙ 21 Η Μπέτσι κουνάει καταφατικά το κεφάλι. Το έχει ξαναπεράσει αυτό. «Κάνε λίγη υπομονή. Θα κρατήσει λίγα δευτερόλεπτα. Αλλά μπορεί να πονέσει». «Άντε, λοιπόν». Μαλάσσω την κοιλιά της Μπέτσι, την πιέζω με τη βάση της παλάμης μου προς όλες τις κατευθύνσεις, για να τη βοηθήσω να συσταλεί. Η κοπέλα σφίγγει τα μάτια της, αλλά δεν φωνάζει και δεν έχει απομείνει τίποτε άλλο να κάνει, εκτός από το να θηλάσει το παιδί. «Πώς θα τη βγάλεις;» «Μέρι». Ένα όνομα που σημαίνει «πικρή», σκέφτομαι, αλλά χαμογελώ με επιδοκιμασία στη νεαρή μητέρα, γιατί όλοι αυτό περιμένουν από εμένα. Οι γυναίκες κινούνται συγχρονισμένα, για να πλύνουν την Μπέτσι και να τυλίξουν τη βουβωνική χώρα με καθαρά, στεγνά πανιά. Θα τα αλλάζουν ανά ώρα οι γυναίκες που θα τη φροντίζουν τις επόμενες ημέρες. Είναι τέσσερις και μισή το πρωί –θα περάσουν ώρες μέχρι να χαράξει– και οι γυναίκες της Μπέτσι φεύγουν, για να καθαρίσουν ό,τι βρόμικο έχει απομείνει και μετά για να πάνε να κοιμηθούν όσο μπορέσουν. Θα έρχονται σε βάρδιες και θα φροντίζουν την Μπέτσι και τα παιδιά της όλη την επόμενη εβδομάδα. Είναι το μόνο διάστημα ξεκούρασης που θα έχει στη διάθεσή της η νεαρή γυναίκα του σιδηρουργού. Βγάζω τη λερωμένη ποδιά μου και πλένω ξανά τα χέρια μου. Έπειτα πιάνω πίσω τις τούφες μαλλιών που έχουν ξεφύγει από τον κότσο μου, πριν καθίσω στην άκρη του κρεβατιού και πιω το τσάι –κρύο πια– που μου έφεραν μόλις ήρθα. Παρατηρώ για λίγο τη μητέρα και το παιδί. «Να πω στον Τσαρλς ότι όλα πήγαν καλά;» ρωτώ.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTk1OTAxMA==