Το παγωμένο ποτάμι

ΤΟ ΠΑΓΩΜΕΝΟ ΠΟΤΑΜΙ 19 Κρατάει την ανάσα της, σπρώχνει, και άλλα δυόμισι εκατοστά φαλακρού κεφαλιού αποκαλύπτονται, οι άκρες δυο μικρών αυτιών ξεπετιούνται έξω από τα όρια του σώματός της. Δεν προλαβαίνει να πάρει ανάσα, και το επόμενο κύμα την καταλαμβάνει· και μετά έρχονται αδιάκοπα, το ένα μετά το άλλο, δεν αφήνουν δευτερόλεπτο τη μήτρα της να χαλαρώσει. Η Μπέτσι σπρώχνει. Πασχίζει να πάρει ανάσα. Σπρώχνει ξανά. Ξανά. Και ξανά. Κάποιος σκουπίζει τον ιδρώτα από το μέτωπό της, τα δάκρυα από τα μάγουλά της, αλλά εγώ δεν παίρνω στιγμή τα μάτια μου. Επιτέλους, το κεφάλι περνάει. Σπρώχνω μαλακά το χέρι μου και πιάνω ένα μάγουλο και ένα μικρό αυτί στην παλάμη μου. «Έμειναν μόνο οι ώμοι τώρα. Δύο ωθήσεις είναι αρκετές, νομίζω». Η Μπέτσι, όμως, θέλει να τελειώνει μ’ αυτή την υπόθεση και σφίγγεται με όση δύναμη της έχει απομείνει, σπρώχνει το παιδί στα χέρια μου και πέφτει πίσω στο κρεβάτι καθώς το μωρό ελευθερώνεται από το σώμα της με ένα πλαφ και μένει μόνο ο γλιστερός, ασημένιος λώρος να ενώνει τα δύο σώματα. Μια οργισμένη φωνούλα πλημμυρίζει το δωμάτιο, αλλά οι γυναίκες της Μπέτσι δεν ζητωκραυγάζουν ούτε χειροκροτούν. Παρακολουθούν βουβές και περιμένουν την ανακοίνωσή μου. «Γεια σου, μικρό μου», ψιθυρίζω και μετά σηκώνω ψηλά το μωρό για να το δει η Μπέτσι. «Μόλις απέκτησες άλλη μια κόρη». «Α», λέει εκείνη απογοητευμένη και ανασηκώνεται στους αγκώνες της, για να δει το παιδί. Πρέπει να κάνω κάποια πράγματα ακόμα και εκτελώ το έργο μου προσεκτικά. Ακουμπώ το μικρό κορίτσι στο κρεβάτι, ανάμεσα στα πόδια της μητέρας του, και κόβω τον ομφάλιο λώρο με το ψαλίδι μου. Μόλις κόβεται αυτός ο πρωταρχικός δεσμός, δένω τον λώρο με ένα νήμα. Έπειτα βυθίζω τα

RkJQdWJsaXNoZXIy MTk1OTAxMA==