ΤΟ ΞΟΡΚΙ 13 από το παράθυρο για να κοιτάξει πιο ψηλά στον λόφο της Ιλέιν. Εκεί, κάπου μέσα στο σκοτάδι, βρισκόταν το σπίτι της οικογένειας του Ρις, εκείνο που δεν είχε επισκεφθεί ποτέ του πριν από εκείνο το καλοκαίρι. Ήταν σκοτεινό τώρα, γιατί ο Ρις είχε φύγει. Είχε φύγει. Είχε επιστρέψει στην Ουαλία και στη ζωή που ζούσε πριν έρθει για να κάνει καλοκαιρινά μαθήματα στο Κολέγιο Πενχέιβεν. Και τώρα τα μαθήματα είχαν τελειώσει. Τα μάτια της άρχισαν να την καίνε και τότε πάλι η Βίβι στράφηκε ξανά προς την ξαδέρφη της. Η Γκουίν κάθισε ακριβώς έξω από τον κύκλο, το κερί βρισκόταν τώρα στο κέντρο, η φλόγα του τρεμόπαιζε και για ένα δευτερόλεπτο η Βίβι δίστασε. Εντάξει, ναι, ο Ρις τής είχε ραγίσει την καρδιά. Ναι, της είχε κρύψει ότι ο πατέρας του είχε μπει στη διαδικασία να του βρει σύζυγο. Καμία συζήτηση, καμία προειδοποίηση, καμία ανησυχία για το πώς θα ένιωθε εκείνη μπροστά σ’ αυτή την κατάσταση. Εκατό Τοις Εκατό Κινήσεις Καθάρματος. Αλλά να τον καταραστεί; Και να τον καταραστεί όσο ήταν μεθυσμένη; Ίσως και να ήταν κάπως υπερβολικό. Και μετά η Γκουίν έκλεισε τα μάτια της, τέντωσε τα χέρια στο πλάι και είπε: «Θεά, σε εκλιπαρούμε να μη βρεθεί ποτέ ξανά αυτός ο άντρας στην πόρτα της Βίβι ή στον κόλπο της». Η Βίβι κόντεψε να πνιγεί με το ποτό της, γελούσε, παρότι το αλκοόλ έκαιγε τα ρουθούνια της και κατέληγε στην απέναντι πλευρά του κύκλου, από εκεί που βρισκόταν η Γκουίν.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTk1OTAxMA==