Το ξόρκι

ERIN STERLING 12 «Όταν λες όλοι, εννοείς εσένα». «Εννοώ εμένα και τον κύριο Πέρσιβαλ», είπε η Γκουίν δείχνοντας το μικροσκοπικό μαύρο γατάκι που ήταν κουλουριασμένο στο κρεβάτι της εκείνη τη στιγμή. Με το που άκουσε το όνομά του, σήκωσε το μικρό του κεφάλι και αφού ανοιγόκλεισε τα φωτεινά πρασινοκίτρινα μάτια του κοιτώντας τη Βίβι, έβγαλε ένα αδύναμο νιαούρισμα που πράγματι ακούστηκε σαν κατάφαση. Και ο Ρις όντως ήταν αρραβωνιασμένος. Δηλαδή σχεδόν αρραβωνιασμένος. Δεν είχε χρησιμοποιήσει αυτή τη λέξη ακριβώς. Είχε πει «λογοδοσμένος». Της το είχε ξεφουρνίσει μόλις εκείνο το πρωί, όταν ήταν αγκαλιασμένοι στη ζεστασιά του κρεβατιού του. Τη φιλούσε στον ώμο, όταν μουρμούρισε ότι έπρεπε να επιστρέψει στην Ουαλία για μία εβδομάδα περίπου, για να κανονίσει κάποια πράγματα. Όπως φαινόταν, όταν έλεγε «κάποια πράγματα», εννοούσε «Πρέπει να πω στον πατέρα μου να ακυρώσει τον γάμο μου με μια άγνωστη» και μετά είχε το θράσος να σοκαριστεί που σοκαρίστηκε εκείνη και, τελικά, ναι, σίγουρα έπρεπε να καταραστούν αυτό το κάθαρμα. «Εντάξει, λοιπόν», είπε η Βίβι σταυρώνοντας τα χέρια της στο στήθος. «Τι κάνουμε;» «Άνοιξε τα παράθυρα», είπε η Γκουίν, πήγε στο γραφείο της και πήρε ένα κερί με γυάλινο κηροπήγιο, που η Βίβι, άγνωστο πώς, δεν είχε εντοπίσει για το τελετουργικό της αφρόλουτρο. Η Βίβι έκανε αυτό που της ζήτησε. Ο δροσερός αέρας του Σεπτέμβρη που έφτανε στο τέλος του και το άρωμα των πεύκων μπήκαν ορμητικά στο δωμάτιο. Στην κορυφή του πιο κοντινού βουνού, το φεγγάρι έλαμπε γεμάτο και λευκό και η Βίβι τού έγνεψε κάπως μεθυσμένα πριν βγάλει το κεφάλι της

RkJQdWJsaXNoZXIy MTk1OTAxMA==