Το ξόρκι

ERIN STERLING 10 αφρόλουτρο που έπνιξε την εικόνα και το πρόσωπο εξαφανίστηκε μέσα σε μια βροχή από σπίθες. Μακάρι να μπορούσε να σβήσει με την ίδια ευκολία και την ανάμνησή του, αλλά ακόμα και μέσα στη μιζέρια της, έτσι όπως ήταν παραγεμισμένη με βότκα, η Βίβι ήξερε πολύ καλά ότι δεν ήταν φρόνιμο να παίζεις με τέτοια μάγια. Και ένα δυο από τα χιλιάδες μικρά κομμάτια της καρδιάς της δεν ήθελαν να ξεχάσουν τους τελευταίους τρεις μήνες, ήθελαν να θυμάται τη νύχτα της γνωριμίας τους, τον μελωδικό τρόπο που εκείνος είχε προφέρει το όνομά της, πάντα Βίβιεν, ποτέ Βίβι, τον τρόπο που την είχε ρωτήσει εκείνη την πρώτη νύχτα: Μπορώ να σε φιλήσω; κι εκείνη του είχε πει: Τώρα; Ένα χαμόγελο είχε σχηματιστεί αργά στο πρόσωπό του και είπε Θα προτιμούσα τώρα, αλλά είμαι ευέλικτος, όποτε το επιτρέπει το πρόγραμμά σου και πώς να αντιστεκόταν οποιαδήποτε γυναίκα σε κάτι τέτοιο; Ειδικά μια δεκαεννιάχρονη στην πρώτη της Γιορτή του Θερινού Ηλιοστασίου; Ειδικά όταν ο άνθρωπος που τα έλεγε αυτά ήταν ψηλός και πανέμορφος και Ουαλός; Σίγουρα θα υπήρχε κάποιος νόμος που θα τα απαγόρευε όλα αυτά μαζί, οπότε εκείνη θα υπέβαλλε παράπονα στο επόμενο Συμβούλιο Μαγισσών μόλις– «Βίβι!» φώναξε η Γκουίν από την κρεβατοκάμαρα. «Κάνεις τα φώτα να τρεμοπαίζουν». Ουπς. Η Βίβι ανακάθισε και τράβηξε την τάπα της μπανιέρας της Γκουίν, ελπίζοντας ότι ένα μέρος της δυστυχίας της θα παρασυρόταν στη δίνη του νερού. Πέρασε προσεκτικά πάνω από τα κεριά και φόρεσε τη ρόμπα που της είχε αφήσει η Γκουίν στην κρεμάστρα στον τοίχο, νιώθοντας λίγο καλύτερα καθώς έδενε τη μαύρη μετα-

RkJQdWJsaXNoZXIy MTk1OTAxMA==