ΤΟ ΞΟΡΚΙ 21 Ήταν απίστευτο τι μπορούσε να κάνει ακόμα και μια μικρή δόση μαγείας. «Πάντως χαίρομαι που επέστρεψες», είπε ο Γουέλς και συνέχισε να καθαρίζει. «Γιατί τώρα μπορείς να πας να μιλήσεις στον πατέρα για να του φτιάξεις λίγο τη διάθεση». Έδειξε με μια κίνηση του κεφαλιού το παράθυρο και ο Ρις γύρισε προς τα εκεί, βλέποντας τον φρικτό καιρό υπό ένα νέο φως. Την πάτησα. Είχε δίκιο λοιπόν. Δεν ήταν μια κανονική θύελλα, αλλά μια θύελλα που την είχε προκαλέσει ο πατέρας του. Που σήμαινε ότι, ναι, ο Ρις σίγουρα τον είχε εκνευρίσει. Τα αδέρφια του δεν είχαν κάνει ποτέ τον πατέρα τους να προκαλεί θύελλες. Ο Ρις είχε προκαλέσει... είκοσι; Είκοσι πέντε; Είχε χάσει πια το μέτρημα. Στράφηκε ξανά προς τον Γουέλς και άπλωσε το χέρι του πάλι προς τα φιστίκια, αλλά έφαγε μία στο χέρι με μια βρεγμένη πετσέτα. «Ε!» αναφώνησε, όμως ο Γουέλς τού έδειχνε ήδη την πόρτα. «Πήγαινε στο σπίτι και μίλα του πριν πλημμυρίσει ο κεντρικός δρόμος και δεν ξαναπατήσει πελάτης». «Εγώ δεν είμαι πελάτης;» «Εσύ είσαι σκέτος μπελάς, αυτό είσαι», απάντησε ο Γουέλς και μετά αναστέναξε με τα χέρια στη μέση. «Σοβαρά, Ρις, πήγαινε να του μιλήσεις, να τελειώνουμε. Του έχεις λείψει». Ο Ρις γέλασε ρουθουνίζοντας καθώς σηκωνόταν από το σκαμπό της μπάρας. «Το εκτιμώ, Γουέλς, αλλά κόψε τις βλακείες, φίλε». * * *
RkJQdWJsaXNoZXIy MTk1OTAxMA==