Το ξόρκι

ΤΟ ΞΟΡΚΙ 19 είχε εγκατασταθεί στην ορεινή περιοχή της Σνοουντόνια πριν από δύο χρόνια και λάμβαναν πού και πού νέα του. Κυρίως ανησυχούσαν με το πόσο πολύ είχαν μακρύνει τα γένια του. Για πρώτη φορά δεν ήταν ο Ρις ο γιος που είχε απογοητεύσει περισσότερο τον πατέρα τους, έναν τίτλο που θα αποκτούσε ευχαρίστως και πάλι όταν ο Μπόουεν θα αποφάσιζε να σταματήσει να κάνει ό,τι έκανε εκεί. Πάντως ο Ρις δεν θα γινόταν ποτέ ο αγαπημένος γιος του πατέρα τους. Ο Γουέλς είχε κερδίσει αυτόν τον τίτλο πριν από πολύ καιρό και ο Ρις του τον είχε παραχωρήσει ευχαρίστως. Εξάλλου έχει πλάκα να είσαι το μαύρο πρόβατο. Όταν τα έκανε θάλασσα, το θεωρούσαν αναμενόμενο, και όταν κατάφερνε να μην τα κάνει θάλασσα, ήταν μια ευχάριστη έκπληξη για όλους. Έτσι κέρδιζε σε κάθε περίπτωση. Ο Ρις έβγαλε το σακάκι του και πήγε να το κρεμάσει στην κρεμάστρα πλάι στην πόρτα, ακριβώς κάτω από μια παλιά διαφήμιση του μηλίτη Strongbow κι εκείνη τη στιγμή είδε με την άκρη του ματιού του τον άντρα πίσω από το μπαρ να τον παρακολουθεί. Κι όταν ο Ρις έκανε μεταβολή, συνειδητοποίησε ότι ο άντρας πίσω από την μπάρα –ο μεγαλύτερος αδερφός του, ο Λουέλιν– ήταν ο μοναδικός άνθρωπος στην παμπ. Ο Λουέλιν ήταν φτυστός ο πατέρας τους, τριάντα χρόνια νωρίτερα: είχε την ίδια αυστηρή έκφραση, την ίδια γαμψή μύτη –η αλήθεια ήταν ότι όλοι είχαν αυτή τη μύτη– τα ίδια λεπτά χείλη. Ήταν λίγο λιγότερο καθίκι. Αλλά είχε παραμείνει ηθελημένα σ’ εκείνο το μικρό χωριό όπου όλοι τον έτρεμαν και είχε την παμπ, αν και δεν πατούσε κανείς εκεί, μόνο κανένας τουρίστας –ή ο πρώην αδερφός του– που περνούσε τυχαία.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTk1OTAxMA==