TOSHIKAZU KAWAGUCHI 12 «Α, καθόλου». Η Φουμίκο έκανε μια αδέξια απόπειρα να χαμογελάσει. Η αλήθεια ήταν πως όντως είχε σκεφτεί, Πόσο ανάρμοστο. «Αυτή η πλευρά της προσωπικότητάς μου προκαλούσε μεγάλη στενοχώρια στη γυναίκα μου. Από νέος λάτρευα την αρχαιολογία και όλη μου τη ζωή την έζησα απορροφημένος στα ενδιαφέροντά μου. Ταξίδευα σε όλο τον κόσμο και έκανα μήνες να γυρίσω σπίτι. Η γυναίκα μου ποτέ δεν παραπονιόταν. Φρόντιζε το σπίτι μας και μεγάλωνε τα παιδιά μας. Έπειτα τα παιδιά μας πέταξαν ένα ένα από τη φωλιά, και πριν καλά καλά το καταλάβουμε μείναμε οι δυο μας. Εγώ παρ’ όλα αυτά συνέχισα να την αφήνω μόνη της και να κάνω τα ταξίδια μου. Όμως μια μέρα γύρισα σπίτι και τη βρήκα φυτό. Ο Καντοκούρα έβγαλε μια μικρή φωτογραφία από το σημειωματάριό του. Ήταν η φωτογραφία ενός νεαρού ζευγαριού. Ο Ναγκάρε και η Φουμίκο κατάλαβαν αμέσως ότι ήταν ο Καντοκούρα και η γυναίκα του. Όταν κοίταξαν καλύτερα, είδαν στο φόντο ένα μεγάλο ρολόι με εκκρεμές, ολόιδιο με ένα από τα τρία ρολόγια του καφέ. «Αυτή η φωτογραφία μας τραβήχτηκε στο καφέ, νομίζω πριν από είκοσι τέσσερα ή είκοσι πέντε χρόνια. Ξέρετε τι είναι η πόλαροϊντ, ε;» «Εννοείτε μηχανή στιγμιαίας λήψης;» ρώτησε η Φουμίκο. «Έτσι τις λένε σήμερα. Εκείνη την εποχή οι φωτογραφικές που έβγαζαν φωτογραφίες και μπορούσες να τις τυπώσεις επιτόπου είχαν μεγάλη πέραση. Η κυρία που ήταν τότε υπεύθυνη στο καφέ είχε μια τέτοια μηχανή.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTk1OTAxMA==