Πριν πούμε αντίο

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ I Ο σύζυγος 7 II Ο αποχαιρετισμός 53 III Η πρόταση 93 IV Η κόρη 151 Σημείωμα του συγγραφέα 187

7 I Ο σύζυγος «Και δηλαδή ό,τι κι αν κάνεις, το παρόν δεν αλλάζει;» Ο Μόντζι Καντοκούρα έγειρε απορημένος το γκριζομάλλικο κεφάλι του. Ένα πέταλο από άνθος κερασιάς έπεσε στο πάτωμα. Στην αμυδρή λάμψη από τα φωτιστικά, που έδιναν μια απόχρωση σέπιας στον χώρο και ήταν η μοναδική πηγή φωτός του καφέ, προσπαθούσε να διακρίνει τι ήταν γραμμένο στο σημειωματάριό του, σκύβοντας τόσο κοντά, που το πρόσωπό του σχεδόν άγγιζε τη σελίδα. «Τι σημαίνει αυτό ακριβώς;» «Θα μπορούσα να το εξηγήσω ως εξής…» Στην ερώτηση του Καντοκούρα απαντούσε ο Ναγκάρε Τοκίτα, ένας πελώριος άντρας, πάνω από δύο μέτρα ύψος. Ήταν ο ιδιοκτήτης του καφέ και φορούσε πάντοτε άσπρη στολή μάγειρα. «Πάρε για παράδειγμα αυτή την ταμειακή μηχανή. Δύσκολα βρίσκεις πιο παλιά στην Ιαπωνία. Μου έχουν πει ότι είναι πολύ σπάνια. Επίσης, ακόμα και άδεια, ζυγίζει

TOSHIKAZU KAWAGUCHI 8 σαράντα κιλά για να μην μπορεί να την κλέψει κανείς. Τέλος πάντων, ας πούμε ότι μια μέρα κάποιος την έκλεβε. Ο Ναγκάρε χτύπησε την ταμειακή με το χέρι του. «Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα ήταν φυσικό να θέλεις να γυρίσεις στο παρελθόν και να την κρύψεις ή να βάλεις κάποιον να φυλάει για να μην μπει κανείς στο καφέ και την κλέψει, σωστά;» «Ναι, λογικό ακούγεται». Ο Καντοκούρα συμφώνησε. «Ε, δεν γίνεται. Ό,τι κι αν έκανες για να το αποφύγεις, ο κλέφτης πάλι θα κατάφερνε να μπει στο καφέ και να την κλέψει, ακόμα κι αν ήταν καλά κρυμμένη». «Πω πω, συναρπαστικό. Ποια μπορεί να είναι η επιστημονική εξήγηση; Θα ήθελα να μάθω την αιτιώδη σχέση, κατάλαβες. Κάτι σαν το φαινόμενο της πεταλούδας, ίσως;» Ο Καντοκούρα κοίταξε τον Ναγκάρε όλο ενθουσιασμό. «Το φαινόμενο της πεταλούδας; Δηλαδή;» Τώρα έγειρε το κεφάλι του απορημένος ο Ναγκάρε. «Είναι μια θεωρία που ανέπτυξε ο μετεωρολόγος Έντου- αρντ Λόρεντζ σε μια διάλεξη που έδωσε στην Αμερικανική Ένωση για την Πρόοδο της Επιστήμης το 1972. Υπάρχει και ένα ιαπωνικό ρητό: Αν φυσάει, ευημερούν οι βαρελάδες 1 ». 1 Σ.τ.Μ.: Η λογική του ρητού είναι η εξής: Αν φυσάει, ο άνεμος σηκώνει σκόνη, η σκόνη που θα μπει στα μάτια των ανθρώπων θα τυφλώσει κάποιους και αυτοί οι τυφλοί πλέον άνθρωποι θα παίζουν το παραδοσιακό έγχορδο όργανο σαμισέν για να βγάλουν τα προς το ζην, όπως συνηθιζόταν. Το όργανο αυτό κατασκευαζόταν από δέρμα γάτας, άρα θα χρειάζονται περισσότερες γάτες για να φτιαχτούν σαμισέν για όλους τους τυφλούς, που σημαίνει ότι οι αρουραίοι και τα ποντίκια θα είναι ανεξέλεγκτα, θα κινδυνεύουν τα αγροτικά προϊόντα κι έτσι θα χρειάζονται περισσότερα βαρέλια για την αποθήκευσή τους, πράγμα προσοδοφόρο για τους βαρελάδες.

ΠΡΙΝ ΠΟΥΜΕ ΑΝΤΙΟ 9 «Α, ε… μάλιστα». «Αλλά η ιδέα ότι το παρόν δεν αλλάζει – αυτό δεν είναι φαινόμενο. Σαν διόρθωση περισσότερο, ε; Άρα αποκλείεται το φαινόμενο της πεταλούδας. Τρομερά συναρπαστικό», μουρμούρισε όλο ενθουσιασμό και σημείωσε κάτι στο σημειωματάριό του. «Πάντως η μόνη εξήγηση που μας έχει δοθεί είναι “έτσι είναι ο κανόνας”, καλά δεν λέω, Κάζου;» Ο Ναγκάρε κοίταξε για επιβεβαίωση την Κάζου Τοκίτα, που στεκόταν δίπλα του. «Ναι, ακριβώς», απάντησε η Κάζου χωρίς να κάνει τον κόπο να τους κοιτάξει. Η Κάζου ήταν ξαδέρφη του Ναγκάρε και σερβιτόρα στο καφέ. Φορούσε άσπρο πουκάμισο, μαύρο γιλέκο και ποδιά σομελιέ. Ήταν όμορφη, με ανοιχτόχρωμο δέρμα και μεγάλα, αμυγδαλωτά μάτια, όμως δεν είχε κάποιο άλλο χαρακτηριστικό που να ξεχωρίζει. Αν την κοίταζες για μια στιγμή κι ύστερα έκλεινες τα μάτια, θα δυσκολευόσουν να περιγράψεις το πρόσωπό της. Ακόμα και ο Καντοκούρα χρειάστηκε να ακολουθήσει το βλέμμα του Ναγκάρε, για να θυμηθεί ότι υπήρχε και κάποιος άλλος εκεί. Η παρουσία της ήταν αδιάφορη, δεν έκανε καμία ιδιαίτερη εντύπωση. Η έκφρασή της παρέμεινε ουδέτερη, καθώς σκούπιζε ένα ποτήρι. Η Φουμίκο Κιοκάουα πετάχτηκε και είπε: «Λοιπόν, κύριε καθηγητά, ποιον ήρθατε να συναντήσετε;» «Α, άσε τα κύριε καθηγητά, δεσποινίς Κιοκάουα. Δεν είμαστε στο πανεπιστήμιο». Χαμογέλασε αμήχανα και έξυσε το κεφάλι του.

TOSHIKAZU KAWAGUCHI 10 Η Φουμίκο είχε ήδη επιστρέψει μία φορά στο παρελθόν: Είχε πάει να συναντήσει τον αγαπημένο της με τον οποίο είχαν χωρίσει. Τώρα είχε γίνει θαμώνας και ερχόταν σχεδόν κάθε μέρα μετά τη δουλειά. «Α, γνωρίζεστε;» ρώτησε ο Ναγκάρε. «Ο καθηγητής Καντοκούρα ήταν καθηγητής μου στην αρχαιολογία στο πανεπιστήμιο. Όμως δεν είναι μόνο καθηγητής αρχαιολογίας. Έχει ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο εξερευνώντας, κι έτσι τα μαθήματά του κάλυπταν πάρα πολλά πράγματα! Υπήρξαν πολύτιμα για μένα», απάντησε η Φουμίκο. «Ίσως να είσαι η μόνη που το λέει αυτό. Κι εγώ οφείλω να πω ότι ήσουν εξαιρετική φοιτήτρια, πάντα πρώτη στην τάξη». Η Φουμίκο έγνεψε με ταπεινότητα. «Τα παραλέτε… Απλώς δεν μου άρεσε να χάνω». Παρόλο που ήταν αλήθεια, μαθήτρια λυκείου ακόμα είχε μάθει άπταιστα έξι γλώσσες διαβάζοντας μόνη της και είχε αποφοιτήσει με τον μεγαλύτερο βαθμό στη χρονιά της. Ο Καντοκούρα θυμόταν πόσο ευφυής ήταν, παρότι δεν δίδασκε πια. Το ότι δεν της άρεσε να χάνει δεν ήταν η μοναδική αλήθεια. «Κύριε καθηγητά, δεν απαντήσατε». «Α, ναι, φυσικά, θέλετε να ακούσετε την ιστορία μου, ε; Βασικά…» Ο Καντοκούρα απέστρεψε το βλέμμα από τη Φουμίκο, που καθόταν δίπλα του στον πάγκο, και κοίταξε τα σφιγμένα χέρια του. «Θέλω να δω τη γυναίκα μου… να της μιλήσω άλλη μία φορά», είπε χαμηλόφωνα.

ΠΡΙΝ ΠΟΥΜΕ ΑΝΤΙΟ 11 «Τη γυναίκα σας; Α, μη μου πείτε ότι…» Η Φουμίκο δεν χρειαζόταν να τελειώσει την πρότασή της. Η ταραχή της φανέρωνε τι ήθελε να πει. «Α, όχι, ζει». Η έκφραση της Φουμίκο μαλάκωσε, αλλά το πρόσωπο του Καντοκούρα παρέμεινε βλοσυρό. Η Φουμίκο κι ο Ναγκάρε, διαισθανόμενοι ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, περίμεναν με κομμένη την ανάσα τι θα έλεγε. «Ζει, αλλά ένα ατύχημα της προκάλεσε εγκεφαλική βλάβη και είναι φυτό. Έχουν περάσει δυόμισι χρόνια. Οι ασθενείς σε αυτή την κατάσταση συνήθως ζουν τρία με πέντε χρόνια το πολύ. Μου είπαν ότι δεδομένης της ηλικίας της είναι πιθανό να πεθάνει σύντομα». «Λυπάμαι. Άρα θέλεις να γυρίσεις στο παρελθόν, για να εμποδίσεις το ατύχημα; Αν αυτό σκόπευες να κάνεις, λυπάμαι, αλλά όπως εξήγησα…» είπε ο Ναγκάρε. Ο Καντοκούρα κούνησε το κεφάλι του και απάντησε: «Όχι, καταλαβαίνω. Παραδέχομαι ότι ήταν ένας ευσεβής πόθος αλλά τώρα, για να πω την αλήθεια…» Έξυσε το σημείο πάνω από το φρύδι του. «Μου έχεις κεντρίσει το ενδιαφέρον», είπε και γέλασε αμήχανα. «Τι εννοείτε;» ρώτησε η Φουμίκο μπερδεμένη. «Λέω για την ιδέα πως δεν μπορείς να αλλάξεις το παρόν, ακόμα κι αν επιστρέψεις στο παρελθόν – πολύ ενδιαφέρον!» Τα μάτια του έλαμψαν σαν μικρού παιδιού κι αμέσως σκοτείνιασαν ξανά. «Μάλλον ακούστηκε ανάρμοστο αυτό που είπα ενώ η γυναίκα μου είναι φυτό».

TOSHIKAZU KAWAGUCHI 12 «Α, καθόλου». Η Φουμίκο έκανε μια αδέξια απόπειρα να χαμογελάσει. Η αλήθεια ήταν πως όντως είχε σκεφτεί, Πόσο ανάρμοστο. «Αυτή η πλευρά της προσωπικότητάς μου προκαλούσε μεγάλη στενοχώρια στη γυναίκα μου. Από νέος λάτρευα την αρχαιολογία και όλη μου τη ζωή την έζησα απορροφημένος στα ενδιαφέροντά μου. Ταξίδευα σε όλο τον κόσμο και έκανα μήνες να γυρίσω σπίτι. Η γυναίκα μου ποτέ δεν παραπονιόταν. Φρόντιζε το σπίτι μας και μεγάλωνε τα παιδιά μας. Έπειτα τα παιδιά μας πέταξαν ένα ένα από τη φωλιά, και πριν καλά καλά το καταλάβουμε μείναμε οι δυο μας. Εγώ παρ’ όλα αυτά συνέχισα να την αφήνω μόνη της και να κάνω τα ταξίδια μου. Όμως μια μέρα γύρισα σπίτι και τη βρήκα φυτό. Ο Καντοκούρα έβγαλε μια μικρή φωτογραφία από το σημειωματάριό του. Ήταν η φωτογραφία ενός νεαρού ζευγαριού. Ο Ναγκάρε και η Φουμίκο κατάλαβαν αμέσως ότι ήταν ο Καντοκούρα και η γυναίκα του. Όταν κοίταξαν καλύτερα, είδαν στο φόντο ένα μεγάλο ρολόι με εκκρεμές, ολόιδιο με ένα από τα τρία ρολόγια του καφέ. «Αυτή η φωτογραφία μας τραβήχτηκε στο καφέ, νομίζω πριν από είκοσι τέσσερα ή είκοσι πέντε χρόνια. Ξέρετε τι είναι η πόλαροϊντ, ε;» «Εννοείτε μηχανή στιγμιαίας λήψης;» ρώτησε η Φουμίκο. «Έτσι τις λένε σήμερα. Εκείνη την εποχή οι φωτογραφικές που έβγαζαν φωτογραφίες και μπορούσες να τις τυπώσεις επιτόπου είχαν μεγάλη πέραση. Η κυρία που ήταν τότε υπεύθυνη στο καφέ είχε μια τέτοια μηχανή.

ΠΡΙΝ ΠΟΥΜΕ ΑΝΤΙΟ 13 Τράβηξε αυτή τη φωτογραφία, λέγοντας ότι έπρεπε να έχουμε ένα ενθύμιο». «Η μητέρα μου ήταν. Η μαμά τρελαινόταν για τα γκάτζετ τελευταίας τεχνολογίας. Μπορεί να είπε για ενθύμιο, αλλά απλώς ήθελε να δείξει τη φωτογραφική της», είπε ο Ναγκάρε απαξιωτικά και χαμογέλασε πικρόχολα. «Η γυναίκα μου μου είπε να την έχω πάντα μαζί. Μου είπε ότι ήταν φυλαχτό που θα με προστάτευε. Φυσικά, δεν υπάρχει επιστημονική βάση για το ότι μια φωτογραφία μπορεί να γίνει το γούρι σου», είπε ο Καντοκούρα δείχνοντας τη φωτογραφία. «Θέλεις να γυρίσεις στη μέρα που τραβήχτηκε αυτή η φωτογραφία;» «Όχι. Δεν έχω ξανάρθει στο καφέ από τότε, αλλά νομίζω ότι η γυναίκα μου ερχόταν πότε πότε για να συναντήσει τα παιδιά μας. Αν επιστρέψω, θα ήθελα να πάω δύο ή τρία χρόνια πριν γίνει φυτό». «Κατάλαβα», απάντησε ο Ναγκάρε και έριξε ένα φευγαλέο βλέμμα στη γυναίκα με το λευκό φόρεμα, τα μακριά μαύρα μαλλιά και το σχεδόν διάφανο δέρμα που καθόταν στην πιο μακρινή γωνία του καφέ. Διάβαζε ήσυχα ένα βιβλίο. «Έχεις κάποια άλλη ερώτηση;» «Για να σκεφτώ». Ο Καντοκούρα ξανάβαλε τη φωτογραφία στο σημειωματάριο και άνοιξε τη σελίδα όπου είχε σημειώσει τους κανόνες. Έσκυψε ξανά κοντά στη σελίδα για να διαβάσει. «Νομίζω ότι έχει να κάνει με τον κανόνα που λέει ότι το παρόν δεν αλλάζει, που συζητήσαμε πριν αλλά…»

TOSHIKAZU KAWAGUCHI 14 «Πες μου». «Οι λέξεις που θα πει κάποιος από το μέλλον εντυπώνονται στη μνήμη των ανθρώπων που πηγαίνει να δει;» «Ε; Δεν… ε…» Ο Ναγκάρε δεν μπορούσε να καταλάβει τι ρωτούσε ο Καντοκούρα. Συνοφρυώθηκε και έγειρε το κεφάλι του απορημένος. «Τι εννοείς;» «Συγγνώμη, δεν το εξηγώ πολύ καλά». Ο Καντοκούρα έξυσε το μέτωπό του. «Καταλαβαίνω ότι υπάρχει κάποια δύναμη, κανόνας λες, που δεν αφήνει το παρόν να αλλάξει. Εγώ θέλω να μάθω αν αυτός ο κανόνας ισχύει όχι μόνο για το παρόν αλλά και για τη μνήμη». Ο Ναγκάρε τον κοίταζε ακόμα απορημένος. «Με άλλα λόγια, αν λέγανε σε κάποιον ότι η ταμειακή μηχανή θα κλαπεί, θέλω να μάθω αν ο κανόνας θα έσβηνε ή θα άλλαζε τις αναμνήσεις του». «Α, εντάξει, κατάλαβα τώρα», είπε ο Ναγκάρε και σταύρωσε τα χέρια. «Και; Τι θα γινόταν;» πετάχτηκε η Φουμίκο αντί για τον Καντοκούρα. «Να σκεφτώ». Ο Ναγκάρε δεν είχε έτοιμη απάντηση. Κι αυτό γιατί, ενώ δεν το είχε σκεφτεί καν, τώρα σκεφτόταν τι να είχε στον νου του ο Καντοκούρα και γιατί τον απασχολούσε; Απ’ όσο ήξερε, κανείς άλλος δεν είχε δώσει σημασία σε κάτι τέτοιο. Η Φουμίκο, που είχε συνταχθεί με τον Καντοκούρα, κοίταζε όλο απορία τον Ναγκάρε σαν να την απασχολούσε κι εκείνη.

ΠΡΙΝ ΠΟΥΜΕ ΑΝΤΙΟ 15 Η Φουμίκο είχε επιστρέψει κάποτε στο παρελθόν για να συναντήσει το αγόρι της, με το οποίο είχε χωρίσει σε αυτό το καφέ. Όμως ένας άλλος κανόνας του καφέ ήταν ότι αν κάποιος επέστρεφε στο παρελθόν μία φορά, δεν μπορούσε να το ξανακάνει. Έτσι αυτή η συζήτηση δεν θα έπρεπε να την ενδιαφέρει. Κι όμως, περίμενε την απάντησή του, σαν να ήταν παρατρεχάμενο του Καντοκούρα. Ο Ναγκάρε συνοφρυώθηκε κι άλλο, σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπό του και τα μακρόστενα μάτια του στένεψαν κι άλλο. «Χμ, να σκεφτώ», ήταν το μόνο που μουρμούρισε. «Οι αναμνήσεις δεν επηρεάζονται από τον κανόνα». Την κοφτή αυτή διευκρίνιση δεν την έδωσε ο Ναγκάρε, αλλά η Κάζου, που στεκόταν δίπλα του. Είχε σκουπίσει τα ποτήρια και τώρα δίπλωνε τις χαρτοπετσέτες. Χωρίς να σταματήσει λεπτό, έδωσε τη σημαντική απάντηση με μια διαπεραστική, καθαρή φωνή. «Υπάρχουν περιπτώσεις που οι άνθρωποι ξέρουν την αλήθεια, αλλά όταν μιλάνε με άλλους, φέρονται σαν να μην ξέρουν. Μπορεί να μάθουν ότι η ταμειακή θα κλαπεί. Μπορεί να ξέρουν ότι θα κλαπεί, αλλά θα προσεγγίσουν εκείνη τη μέρα προσποιούμενοι ότι δεν το ξέρουν. Ο κανόνας αυτή την επίδραση έχει. Λειτουργεί μέσα από μια τέτοια προσποίηση. Όμως δεν επηρεάζει τη μνήμη. Δεν υπάρχει περίπτωση κάποιος να ξεχάσει την εμπειρία. Αντιθέτως, ξέροντας ότι η μηχανή θα κλαπεί, το άτομο περνάει κάθε μέρα ανησυχώντας μέχρι να γίνει η κλοπή. Αλλά το πώς αντιλαμβάνεται και το πώς θα διαχειριστεί αυτή την πληροφορία είναι δική του υπόθεση. Όλα εξαρ-

TOSHIKAZU KAWAGUCHI 16 τώνται από το πώς θα το πάρει. Η ανάμνηση και τα συναισθήματα που ανακύπτουν απ’ την πληροφορία είναι δικά του. Είναι έξω από το πεδίο επίδρασης του κανόνα». Στο άκουσμα της εξήγησης, το πρόσωπο του Καντοκούρα φωτίστηκε αισθητά. Σηκώθηκε όρθιος. «Αν είναι έτσι, χαίρομαι. Μου έφυγε ένα βάρος. Θα ήθελα τώρα να ζητήσω κάτι. Μπορώ, παρακαλώ, να επιστρέψω στην εποχή πριν η γυναίκα μου περιέλθει σε κατάσταση φυτού;» Έκανε μια βαθιά υπόκλιση. «Όπως θέλεις», απάντησε ατάραχη η Κάζου. Η Φουμίκο κοίταξε την Κάζου και χτύπησε δυνατά παλαμάκια, ενώ ο Ναγκάρε φαινόταν τελείως σαστισμένος. Δεν ήταν κάποιος καινούριος κανόνας, αλλά γεγονός. Ήταν κρυμμένο στη σκιά του δεύτερου κανόνα και το έβγαλαν στο φως οι ερωτήσεις του Καντοκούρα. Αν επιστρέψεις στο παρελθόν, το παρόν δεν πρόκειται να αλλάξει όσο κι αν προσπαθήσεις. Υπήρχε όμως μια προϋπόθεση: Παρόλο που ο κανόνας μπορούσε να αποτρέψει την αλλαγή του παρόντος σε οποιεσδήποτε συνθήκες, δεν επηρέαζε τη μνήμη των ανθρώπων. Αντί να δώσει βάση στον κανόνα που έλεγε ότι το παρόν δεν άλλαζε, ο Καντοκούρα εστίασε στο πώς επιδρούσε ο κανόνας αυτός στη μνήμη. Ίσως να είναι σημαντική παράμετρος. Αντιλαμβανόμενος τις σοβαρές προεκτάσεις του κανόνα, ο Ναγκάρε συνοφρυώθηκε ακόμα περισσότερο και κοίταξε το ταβάνι. «Τώρα, όσον αφορά τους άλλους κανόνες…» είπε η Κάζου, συνεχίζοντας την εξήγησή της. Αλλά οι άλλοι κα-

ΠΡΙΝ ΠΟΥΜΕ ΑΝΤΙΟ 17 νόνες δεν φαίνονταν τόσο σημαντικοί στον Καντοκούρα. Ακούγοντας ότι δεν πρέπει να κουνηθείς από την καρέκλα όσο βρίσκεσαι στο παρελθόν και ότι υπάρχει χρονικό όριο, απάντησε με ένα απλό «Κατάλαβα». Όταν όμως η Κάζου έθιξε το θέμα της γυναίκας με το λευκό φόρεμα, λέγοντας ότι ήταν φάντασμα και ότι αν προσπαθούσες να τη σηκώσεις με το ζόρι θα σε καταριόταν, ο Καντοκούρα καταβρόχθισε την πληροφορία με μάτια που έλαμπαν σαν μαγεμένου παιδιού. «Εγώ πάντως δεν πιστεύω ότι είναι φάντασμα. Αλλά οφείλω να ομολογήσω ότι οι κατάρες μου φαίνονται πολύ ενδιαφέρουσες. Στον χώρο της αρχαιολογίας κυκλοφορούν παράξενες ιστορίες σαν να είναι αληθινές. Και έχω διαβάσει πολλά βιβλία για το ανεξήγητο. Κανένα όμως δεν είχε επιστημονική βάση. Δεν έχω γνωρίσει ποτέ κανέναν που να τον έχουν καταραστεί. Θα ήθελα να δω πώς είναι». «Τι;» τσίριξε η Φουμίκο. «Σοβαρολογείτε;» «Ναι, ασφαλώς. Είμαι πολύ πρόθυμος να δοκιμάσω. Δεν είπες πριν, δεσποινίς Κιοκάουα, ότι σε καταράστηκε; Έχω περιέργεια πώς να ήταν. Ίσως να καταριόταν κι εμένα αν πήγαινα να τη σηκώσω με το ζόρι;» Μην ξέροντας τι να σκεφτούν γι’ αυτά που έλεγε ο Καντοκούρα, ο Ναγκάρε και η Φουμίκο κοιτάχτηκαν και ανασήκωσαν τους ώμους τους, ενώ ο Ναγκάρε σκέφτηκε, Μου θυμίζει τη μαμά. Η μητέρα του Ναγκάρε ήταν επίσης ελεύθερο πνεύμα και λάτρευε την εξερεύνηση του κόσμου. Υπήρχε μάλιστα μια εποχή που αυτοαποκαλούνταν τυχοδιώκτρια. Ακολου-

TOSHIKAZU KAWAGUCHI 18 θούσε τα ενδιαφέροντά της με μανία, και κατά συνέπεια δεν έδειχνε ενδιαφέρον για την οικογένεια. Ήταν τελείως αδιάφορη. Έτσι, εκείνη και ο πατέρας του είχαν χωρίσει πριν γεννηθεί ο Ναγκάρε. Όταν γεννήθηκε, τον άφησε να τον φροντίσει η μικρή της αδερφή, η μητέρα της Κάζου, ενώ εκείνη μετακόμισε στο εξωτερικό. Ο Ναγκάρε είχε ακούσει ότι βρισκόταν στο Χοκάιντο, αλλά μιας και έκανε ό,τι της κάπνιζε χωρίς να δίνει σε κανέναν στοιχεία επικοινωνίας, δεν ήταν σίγουρος. Κάτι τέτοιο αντιμετώπιζε σίγουρα και η κυρία Καντοκούρα. Κοιτάζοντας τον Καντοκούρα, ο οποίος φαινόταν εξίσου εκκεντρικός με τη μητέρα του, ο Ναγκάρε λυπόταν λιγάκι τη γυναίκα και τα παιδιά του. «Νομίζω ότι θα κατάφερνες να σε καταραστεί, αλλά σίγουρα δεν το προτείνω», είπε ο Ναγκάρε ψυχρά. Ο Καντοκούρα παρέμεινε ατάραχος. «Και πάλι, αν γίνεται…» είπε παρακλητικά και στο βλέμμα του υπήρχε μια ανησυχητική, σαφέστατη αποφασιστικότητα. Οχ, όχι. Τίποτα δεν μπορεί να τον εμποδίσει. Δεν νομίζω να αλλάξει γνώμη ό,τι κι αν πω. Ο Ναγκάρε αναστέναξε αθόρυβα. «Μόνο αυτή τη φορά, εντάξει;» «Ευχαριστώ πολύ!» Όσο περίεργη κι αν θεωρούσε την κατάσταση, ο Ναγκάρε συνόδευσε απρόθυμα τον Καντοκούρα στο τραπέζι που καθόταν η γυναίκα με το λευκό φόρεμα. Ο Καντοκούρα έβγαλε αμήχανα ένα μαντίλι από την τσέπη του.

ΠΡΙΝ ΠΟΥΜΕ ΑΝΤΙΟ 19 Στάθηκε δίπλα στη γυναίκα και σκούπισε το ιδρωμένο μέτωπο και τα ιδρωμένα χέρια του. «Συγγνώμη, μπορώ να καθίσω;» Ο Καντοκούρα κοίταξε έντονα τη γυναίκα. Εκείνη συνέχισε να διαβάζει το βιβλίο της χωρίς να αντιδράσει ή να αλλάξει έκφραση. Σήμερα διάβαζε ένα μυθιστόρημα με τίτλο Ο σκύλος που ήθελε να γίνει γάτα και η γάτα που ήθελε να γίνει σκύλος. «Ε; Όντως τώρα;…» μουρμούρισε ο Καντοκούρα κοιτάζοντας επίμονα το πρόσωπό της. «Συμβαίνει κάτι;» «Ε… όχι. Όλα καλά. Λοιπόν, μπορώ να τη σηκώσω;» «Ναι». «Εντάξει τότε, θα της πω να σηκωθεί». Ο Καντοκούρα πήρε βαθιά ανάσα και πλησίασε τη γυναίκα με το λευκό φόρεμα. «Με συγχωρείτε, κυρία μου. Μπορείτε να σηκωθείτε, παρακαλώ;» είπε τραντάζοντάς την από τον ώμο. Η γυναίκα δεν αντέδρασε κι έτσι ο Καντοκούρα στράφηκε στον Ναγκάρε για να τον συμβουλεύσει. «Βάλε λίγο περισσότερη δύναμη». «Ε… εντάξει». Με μια ξαφνική έκρηξη αποφασιστικότητας, ο Καντοκούρα έπιασε τη γυναίκα από τον ώμο, την τράνταξε δυνατά και είπε: «Με συγχωρείτε! Παρακαλώ, σηκωθείτε!» Ξαφνικά, η γυναίκα με το λευκό φόρεμα άνοιξε διάπλατα τα μάτια και τον αγριοκοίταξε. «Αχ».

RkJQdWJsaXNoZXIy MTk1OTAxMA==