7 Πρόλογος ι βροχεροί δρόμοι του Δουβλίνου εκείνη την κρύα χειμωνιάτικη μέρα δεν ήταν το κατάλληλο μέρος για να χασομέρα ένα μικρό παιδί, μόνο που το εν λόγω παιδί είχε τη μύτη του κολλημένη στη βιτρίνα του πιο συναρπαστικού βιβλιοπωλείου του κόσμου. Φώτα λαμπύριζαν στο εσωτερικό του και τα πολύχρωμα εξώφυλλα έγνεφαν στο αγόρι να πλησιάσει, υποσχόμενα ιστορίες γεμάτες περιπέτειες, ιστορίες διαφυγής. Η βιτρίνα ήταν γεμάτη μικροαντικείμενα και μπιχλιμπίδια· τα αερόστατα-μινιατούρες σχεδόν άγγιζαν το ταβάνι, ενώ τα μουσικά κουτιά με τα κουρδιστά πουλιά και τα καρουζέλ περιστρέφονταν σκορπίζοντας μελωδίες. Η κυρία στο εσωτερικό του καταστήματος τον είδε και του έκανε νόημα να περάσει. Εκείνος κούνησε αρνητικά το κεφάλι και κοκκίνισε λιγάκι. «Θα αργήσω στο σχολείο», της είπε κινώντας άηχα τα χείλη του πίσω από το τζάμι. Εκείνη κατένευσε με κατανόηση και χαμογέλασε. Φαινόταν αρκετά φιλική. «Μόνο για ένα λεπτό», είπε εκείνος, αφού πρώτα αντιστάθηκε στην επιθυμία να περάσει μέσα για τρία ολόκληρα δευτερόλεπτα. Ο
EVIE WOODS 8 «Για ένα λεπτό, λοιπόν». Εκείνη στεκόταν πίσω από τον πάγκο και έβγαζε ακόμα περισσότερα βιβλία από ένα μεγάλο χαρτοκιβώτιο. Έριξε μια ματιά στο πουκάμισό του, που είχε βγει από το παντελόνι, στα μαλλιά του, που είχαν καταφέρει να ξεφύγουν από το μαρτύριο της χτένας για πολύ καιρό, και στις κάλτσες του, που ήταν αταίριαστες μεταξύ τους. Κρυφοχαμογέλασε. Το Βιβλιοπωλείο της Όπαλιν ήταν μαγνήτης για τα μικρά αγόρια και κορίτσια. «Σε ποια τάξη πηγαίνεις;» «Στην Τρίτη, στο σχολείο του Αγίου Ιγνατίου», απάντησε εκείνος και τέντωσε τον λαιμό του για να δει τα ξύλινα αεροπλάνα που αιωρούνταν κρεμασμένα από το θολωτό ταβάνι. «Σου αρέσει το σχολείο;» Εκείνος κάγχασε με τη σκέψη και μόνο. Τον άφησε να ξεφυλλίσει ένα παλιό βιβλίο με μαγικά κόλπα, αλλά, πριν περάσει πολλή ώρα, το παιδί πλησίασε το γραφείο της και άρχισε να κοιτάζει τα χαρτικά. «Μπορείς να με βοηθήσεις αν θέλεις. Στέλνω προσκλήσεις για την παρουσίαση ενός βιβλίου». Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους και άρχισε να διπλώνει κι εκείνος με τον ίδιο τρόπο τις επιστολές σε φακέλους, με κάπως υπερβολικό ενθουσιασμό. Σούφρωνε τη μύτη του από την προσπάθεια και οι αστερισμοί των φακίδων στα μάγουλά του μεταβάλλονταν. «Τι σημαίνει Όπαλιν;» ρώτησε εκείνος, τονίζοντας όλες τις συλλαβές της λέξης. «Είναι ένα όνομα». «Το δικό σας όνομα;» «Όχι, εμένα με λένε Μάρθα». Η Μάρθα κατάλαβε ότι το παιδί δεν έμεινε ικανοποιημένο από την εξήγηση που του έδωσε.
ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ 9 «Μπορώ να σου πω μια ιστορία για εκείνη, αν θες. Δεν της άρεσε ούτε εκείνης πολύ το σχολείο. Ούτε οι κανόνες». «Ούτε να κάνει αυτό που της έλεγαν;» ρώτησε εκείνος. «Ειδικά αυτό». Η Μάρθα χαμογέλασε συνωμοτικά. «Ορίστε, βάλε τις υπόλοιπες επιστολές στους φακέλους και εγώ θα φτιάξω τσάι να πιούμε. Μια καλή ιστορία ξεκινάει πάντα με τσάι».
11 Κεφάλαιο 1 ΟΠΑΛΙΝ Λονδίνο, 1921 α δάχτυλά μου χάιδεψαν τη ράχη του βιβλίου και άφησα τις εσοχές του ανάγλυφου εξώφυλλου να οδηγήσουν το δέρμα μου σε κάτι απτό, σε κάτι στο οποίο πίστευα περισσότερο από το δράμα που εκτυλισσόταν μπροστά στα μάτια μου. Ήμουν είκοσι ενός ετών και η μητέρα μου είχε αποφασίσει ότι είχε έρθει η ώρα να παντρευτώ. Ο αδελφός μου ο Λίντον δυστυχώς είχε βρει ένα ανόητο πλάσμα που μόλις είχε κληρονομήσει την οικογενειακή επιχείρηση· ήταν μια εταιρεία που έκανε εισαγωγές προϊόντων από κάποιο μακρινό μέρος. Με το ζόρι άκουγα. «Υπάρχουν μόνο δύο επιλογές για μια γυναίκα της ηλικίας σου», ανάγγειλε η μητέρα μας, αφήνοντας το φλιτζάνι με το πιατάκι στο τραπέζι δίπλα στην πολυθρόνα της. «Η μια είναι να παντρευτεί και η άλλη είναι να βρει μια εργασία ανάλογη της θέσης της στην υψηλή κοινωνία». «Στην υψηλή κοινωνία;» επανέλαβα κάπως δύσπιστα. Κοιτούσα γύρω μου το σαλόνι με την ξεφτισμένη μπογιά στους τοίχους και τις ξεθωριασμένες κουρτίνες, και δεν γινόταν να μη θαυμάσω τη ματαιοδοξία της. Είχε παντρευτεί έναν άντρα καΤ
EVIE WOODS 12 τώτερης κοινωνικής τάξης, κάτι που φρόντιζε να υπενθυμίζει συστηματικά στον πατέρα μου, μην τυχόν και το ξεχάσει. «Είναι απαραίτητο να γίνει τώρα αυτό;» ρώτησε ο αδελφός μου ο Λίντον καθώς η κυρία Μπάρετ, η υπηρέτριά μας, μάζευε τις στάχτες από το τζάκι. «Η κυρία ζήτησε να ανάψω τη φωτιά», είπε εκείνη με έναν τόνο που δεν φανέρωνε σε καμία περίπτωση σεβασμό. Ήταν μαζί μας απ’ όσο θυμόμουν τον εαυτό μου και δεχόταν διαταγές μόνο από τη μητέρα μου. Σ’ εμάς φερόταν σαν να ήμασταν απατεώνες. «Το θέμα είναι ότι πρέπει να παντρευτείς», παπαγάλισε ο Λίντον καθώς διέσχιζε κουτσαίνοντας το δωμάτιο, στηρίζοντας όλο του το βάρος στο μπαστούνι του. Ήταν δεκαοχτώ χρόνια μεγαλύτερός μου, η δεξιά πλευρά του σώματός του ήταν παραμορφωμένη από θραύσματα βόμβας μετά τον πόλεμο στη Φλάνδρα, και ο αδελφός που γνώριζα κάποτε παρέμεινε θαμμένος σ’ εκείνο το πεδίο της μάχης. Η φρίκη που έκρυβαν τα μάτια του μου προκαλούσε τρόμο και, παρόλο που δεν ήθελα να το παραδεχτώ, είχα αρχίσει να φοβάμαι και τον ίδιο. «Είναι καλό προξενιό. Η σύνταξη του πατέρα μετά βίας αρκεί στη μητέρα για τα έξοδα του σπιτιού. Έχει έρθει η ώρα να σηκώσεις το κεφάλι σου από τα βιβλία σου και να αντιμετωπίσεις την πραγματικότητα». Έσφιξα ακόμα πιο δυνατά το βιβλίο μου. Ήταν τα Ανεμοδαρμένα ύψη, σε μια σπάνια πρώτη αμερικανική έκδοση. Μου το είχε κάνει δώρο ο πατέρας μου, αυτό και μια βαθιά αγάπη για το διάβασμα. Σαν φυλαχτό, κουβαλούσα το βιβλίο με το υφασμάτινο εξώφυλλο παντού. Στη ράχη του έγραφε παραπλανητικά με χρυσά γράμματα «από τη συγγραφέα του Τζέιν Έιρ». Το είχαμε βρει εντελώς τυχαία σε μια υπαίθρια αγορά στο Κάμντεν (ένα μυστικό που δεν μπορούσαμε να
ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ 13 πούμε στη μητέρα). Αργότερα θα ανακάλυπτα ότι ο Άγγλος εκδότης της Έμιλι Μπροντέ είχε επιτρέψει αυτό το λάθος για να εκμεταλλευτεί την εμπορική επιτυχία του Τζέιν Έιρ. Δεν ήταν σε τέλεια κατάσταση· η υφασμάτινη επένδυση ήταν φθαρμένη στις άκρες και στο πίσω μέρος υπήρχε μια χαρακιά σε σχήμα νι. Οι σελίδες ήταν χαλαρές, γιατί τα νήματα που τις συγκρατούσαν είχαν φθαρεί με τον χρόνο και τη χρήση. Αλλά, για μένα, όλα αυτά τα χαρακτηριστικά, όπως και η μυρωδιά του πούρου που είχε ποτίσει το χαρτί, λειτουργούσαν σαν χρονομηχανή. Ίσως τότε να είχαν πέσει οι πρώτοι σπόροι. Ένα βιβλίο δεν είναι ποτέ αυτό που φαίνεται. Νομίζω ότι ο πατέρας μου ευχόταν η αγάπη μου για τα βιβλία να με κάνει να ενδιαφερθώ περισσότερο για το σχολείο, αλλά αντιθέτως είχε κάνει το μίσος μου για τις σχολικές αίθουσες να φουντώσει. Είχα την τάση να ζω στη φαντασία μου, κι έτσι κάθε απόγευμα έτρεχα από το σπίτι στο σχολείο και του ζητούσα να μου διαβάσει. Ήταν δημόσιος υπάλληλος, ένας έντιμος άνθρωπος με ακόρεστη δίψα για μάθηση. Συνήθιζε να λέει ότι τα βιβλία ήταν κάτι παραπάνω από λέξεις στο χαρτί· ήταν πύλες προς άλλα μέρη, άλλες ζωές. Ερωτεύτηκα τα βιβλία και τους αχανείς κόσμους που έκρυβαν μέσα τους, και όλα αυτά τα χρωστούσα στον πατέρα μου. «Αν γείρεις το κεφάλι», μου είχε πει μια φορά, «μπορείς να ακούσεις τα παλιότερα βιβλία να ψιθυρίζουν τα μυστικά τους». Βρήκα ένα παλιό βιβλίο στο ράφι με δερμάτινο εξώφυλλο και σελίδες κιτρινισμένες από τον χρόνο. Το κράτησα κοντά στο αυτί μου και έκλεισα σφιχτά τα μάτια· φανταζόμουν ότι μπορούσα να ακούσω όσα σημαντικά μυστικά προσπαθούσε να μου πει ο συγγραφέας. Αλλά δεν άκουγα τι μου έλεγε, όχι με λέξεις τουλάχιστον.
EVIE WOODS 14 «Τι ακούς;» με ρώτησε ο πατέρας μου. Περίμενα, άφησα τον ήχο να πλημμυρίσει τα αυτιά μου. «Ακούω τη θάλασσα!» Ήταν σαν να είχα ένα κοχύλι στο αυτί μου, ο αέρας στροβιλιζόταν μέσα στις σελίδες. Εκείνος χαμογέλασε και μου έπιασε το μάγουλο. «Ανασαίνουν, μπαμπά;» ρώτησα. «Ναι», είπε εκείνος, «οι ιστορίες ανασαίνουν». Όταν τελικά έφυγε από την Ισπανική Γρίπη το 1918, έμεινα ξύπνια όλη τη νύχτα στο πλευρό του, κρατούσα το παγωμένο χέρι του και του διάβαζα το αγαπημένο του βιβλίο, τον Ντέιβιντ Κόπερφιλντ του Τσαρλς Ντίκενς. Έκανα την ανόητη σκέψη ότι οι λέξεις θα τον έφερναν πίσω. «Αρνούμαι να παντρευτώ έναν άγνωστό μου άντρα μόνο και μόνο για να συμβάλω στα οικονομικά της οικογένειας. Η ιδέα και μόνο είναι εξωφρενική!» Η βούρτσα έπεσε από το χέρι της κυρίας Μπάρετ καθώς μιλούσα, και η ταραχή του αδελφού μου από την κλαγγή του μετάλλου στο μάρμαρο ζωγραφίστηκε στα χαρακτηριστικά του. Απεχθανόταν κάθε δυνατό ήχο. «Φύγε από εδώ αμέσως!» Η καημένη η γυναίκα είχε αδύναμα γόνατα και χρειάστηκε να κάνει τρεις αποτυχημένες προσπάθειες πριν καταφέρει να σηκωθεί και να βγει έξω. Δεν ξέρω πώς κατάφερε να κρατηθεί και να μην κοπανήσει την πόρτα πίσω της. Συνέχισα να υπερασπίζομαι τον εαυτό μου. «Αν σας είμαι τόσο βάρος, απλώς θα πάω να μείνω αλλού». «Και πού στο καλό νομίζεις ότι θα πας; Δεν έχεις λεφτά», είπε η μητέρα μου. Είχε πατήσει τα εξήντα πια. Ανέκαθεν χαρακτήριζε την άφιξή μου στην οικογένεια ως «μικρή
ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ 15 έκπληξη», που θα ακουγόταν χαριτωμένο αν δεν γνώριζα πόσο απεχθανόταν τις εκπλήξεις. Μεγαλώνοντας στο σπίτι μιας παλιότερης γενιάς, ένιωθα ακόμα πιο έντονα την επιθυμία να σπάσω τα δεσμά μου και να γευτώ ό,τι είχε να μου προσφέρει ο σύγχρονος κόσμος. «Έχω φίλους», επέμεινα. «Θα μπορούσα να βρω δουλειά». Η μητέρα μου έβγαλε μια κραυγή. «Να πάρει η οργή, αχάριστο, κακομαθημένο πλάσμα!» γρύλισε ο Λίντον και μου άρπαξε τον καρπό καθώς επιχειρούσα να σηκωθώ από την καρέκλα. «Με πονάς». «Θα σε πονέσω πολύ περισσότερο αν δεν υπακούσεις». Προσπάθησα να ελευθερώσω το χέρι μου, αλλά εκείνος με έσφιγγε. Κοίταξα τη μητέρα μου, που είχε καρφώσει το βλέμμα στο πάτωμα και μελετούσε εντατικά τα σχέδια του χαλιού. «Μάλιστα», είπα καταλαβαίνοντας ότι ο Λίντον ήταν πια ο άντρας του σπιτιού και ότι έπαιρνε εκείνος τις αποφάσεις. «Πολύ καλά». Ακόμη κρατούσε τον καρπό μου, η ξινή του ανάσα έπεφτε στο πρόσωπό μου. «Είπα, πολύ καλά». Τον κοίταξα στα μάτια και προσπάθησα και πάλι να αποτραβηχτώ. «Θα συναντήσω τον υποψήφιο γαμπρό». «Θα τον παντρευτείς», με διαβεβαίωσε και χαλάρωσε σταδιακά το σφίξιμο του καρπού μου. Ίσιωσα τα φουστάνια μου και έβαλα το βιβλίο κάτω από τη μασχάλη μου. «Μάλιστα. Κανονίστηκε λοιπόν», είπε ο Λίντον. Τα ψυχρά του μάτια είχαν καρφωθεί κάπου πίσω από μένα. «Θα καλέσω τον Όστιν για δείπνο απόψε και όλα θα τακτοποιηθούν».
EVIE WOODS 16 «Μάλιστα, αδελφέ μου», είπα και μετά αποσύρθηκα στο δωμάτιό μου στον επάνω όροφο. ≈ Έψαξα στο πρώτο συρτάρι του επίπλου της τουαλέτας και βρήκα ένα τσιγάρο που είχα κλέψει από την κυρία Μπάρετ στην κουζίνα. Άνοιξα το παράθυρο και το άναψα, τράβηξα μια αργή ρουφηξιά όπως οι φαμ φατάλ στις ταινίες. Καθόμουν στην τουαλέτα μου και είχα ακουμπήσει το τσιγάρο σε ένα παλιό όστρακο στρειδιού που είχα μαζέψει στην παραλία το προηγούμενο καλοκαίρι, στις ανέμελες διακοπές με την καλύτερή μου φίλη την Τζέιν, πριν παντρευτεί κι εκείνη. Παρά το γεγονός ότι οι γυναίκες είχαν πλέον δικαίωμα ψήφου, ο κόσμος θεωρούσε ακόμη μονόδρομο έναν καλό γάμο. Κοιτώντας το είδωλό μου στον καθρέφτη, άγγιξα τον αυχένα μου, τις άκρες των μαλλιών μου. Η μητέρα μου είχε κοντέψει να λιποθυμήσει όταν είδε ότι είχα κόψει τις μακριές μου μπούκλες. «Δεν είμαι πια μικρό κοριτσάκι», της είχα πει. Το πίστευα στ’ αλήθεια όμως; Ήθελα να γίνω σύγχρονη γυναίκα. Ήθελα να πάρω ένα ρίσκο. Αλλά χωρίς καθόλου χρήματα, τι άλλο μπορούσα να κάνω, εκτός από το να υπακούσω τους μεγαλύτερούς μου; Τότε ήρθαν ξανά στον νου μου τα λόγια του πατέρα μου... Τα βιβλία μοιάζουν με πύλες. Κοίταξα ξανά τη βιβλιοθήκη μου και τράβηξα άλλη μια βαθιά ρουφηξιά. «Τι θα έκανε η Νέλι Μπλάι;» αναρωτήθηκα, όπως έκανα συχνά. Για εμένα, ήταν η επιτομή της γενναιότητας –μια πρωτοπόρος Αμερικανίδα δημοσιογράφος που, εμπνευσμένη από το βιβλίο του Ιουλίου Βερν, είχε κάνει τον γύρο του κόσμου μόλις σε εβδομήντα δύο μέρες, έξι ώρες και έντεκα λεπτά. Συ-
ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ 17 νήθιζε να λέει πως όταν επενδύεις και κατευθύνεις σωστά αυτή την ενέργεια, μπορείς να καταφέρεις τα πάντα. Αν ήμουν αγόρι, θα ανακοίνωνα την πρόθεσή μου να κάνω τον Μεγάλο Γύρο της Ευρώπης πριν τον γάμο μου. Λαχταρούσα να γνωρίσω διαφορετικούς πολιτισμούς. Ήμουν είκοσι ενός και δεν είχα κάνει τίποτα. Δεν είχα δει τίποτα. Κοίταξα ξανά τα βιβλία μου και πήρα την απόφασή μου πριν τελειώσω το τσιγάρο μου. ≈ «Πόσα χρήματα μπορείτε να μου δώσετε γι’ αυτά;» Κοιτούσα τον κύριο Τέρτον καθώς εξέταζε τα σκληρόδετα αντίτυπα από τα Ανεμοδαρμένα ύψη και την Παναγιά των Παρισίων. Ήταν ο ιδιοκτήτης ενός πνιγηρού καταστήματος, που στην πραγματικότητα ήταν απλώς ένας πολύ μακρύς διάδρομος χωρίς παράθυρα. Ο καπνός της πίπας του βάραινε τον αέρα και στα μάτια μου άρχισαν να τρέχουν δάκρυα. «Δύο λίρες, επειδή είμαι γενναιόδωρος». «Αχ, όχι, χρειάζομαι πολύ περισσότερα». Είδε το αντίτυπο του Ντέιβιντ Κόπερφιλντ που άλλοτε ανήκε στον πατέρα μου και, πριν προλάβω να τον σταματήσω, άρχισε να το ξεφυλλίζει. «Αυτό δεν το πουλάω. Έχει... συναισθηματική αξία». «Α, μα αυτό εδώ έχει ενδιαφέρον. Είναι η “έκδοση ανάγνωσης”, γιατί ο Ντίκενς διάβαζε από αυτή στις δημόσιες αναγνώσεις». Η βολβόσχημη μύτη του και τα μικρά του μάτια τον έκαναν να μοιάζει με ασβό ή τυφλοπόντικα. Είχε ξετρυπώσει το πολύτιμο βιβλίο σαν τρούφα από το χώμα. «Ναι, το γνωρίζω», είπα, προσπαθώντας να πάρω πίσω το βιβλίο από τα άπληστα χέρια του. Εκείνος συνέχισε την εκτίμηση, λες και το πουλούσε ήδη σε δημοπρασία.
EVIE WOODS 18 «Με πολυτελές εξώφυλλο από γυαλιστερό, κόκκινο δέρμα μοσχαριού. Μια πολύ κομψή έκδοση: περίτεχνα επίχρυσα σχέδια στη ράχη· οι άκρες όλων των σελίδων είναι επιχρυσωμένες· υπάρχει το αυθεντικό μαρμπρέ χαρτί στην αρχή και στο τέλος του βιβλίου». «Το βιβλίο αυτό ήταν δώρο του πατέρα μου. Δεν το πουλάω». Με κοίταξε πάνω από τον σκελετό των γυαλιών του και με μέτρησε με το βλέμμα. «Δεσποινίς...» «Καρλάιλ». «Δεσποινίς Καρλάιλ, είναι ένα από τα καλύτερα διατηρημένα σπάνια αντίτυπα που έχουν φτάσει ποτέ στα χέρια μου». «Και η εικονογράφηση είναι του Χάμπλοτ Νάιτ Μπράουν. Βλέπετε το καλλιτεχνικό του ψευδώνυμο, Φιζ», πρόσθεσα γεμάτη περηφάνια. «Θα μπορούσα να σας δώσω δεκαπέντε λίρες». Ξαφνικά βασίλεψε απόλυτη ησυχία, όπως συμβαίνει συχνά πριν πάρει κάποιος μια απόφαση που θα αλλάξει τη ζωή του. Στον έναν δρόμο υπήρχε η ελευθερία μαζί με το άγνωστο. Ο άλλος δρόμος ήταν ένα χρυσό κλουβί. «Είκοσι λίρες, κύριε Τέρτον, και είμαστε σύμφωνοι». Τα μάτια του στένεψαν και τα χείλη του πρόδωσαν ένα απρόθυμο χαμόγελο. Ήξερα ότι θα έδινε εκείνο το ποσό, όπως ήξερα ότι θα αφιέρωνα όλη μου τη ζωή για να πάρω εκείνο το βιβλίο πίσω. Με το που γύρισε την πλάτη του, έβαλα ξανά τα Ανεμοδαρμένα ύψη στην τσέπη μου και έφυγα. Έτσι ξεκίνησε η καριέρα μου ως εμπόρου βιβλίων.
19 Κεφάλαιο 2 ΜΑΡΘΑ Δουβλίνο, πριν από εννέα μήνες... ταν έφτασα για πρώτη φορά στο γεωργιανού στιλ σπίτι από κόκκινο τούβλο της οδού Χέιπενι, ένα ψυχρό, σκοτεινό βράδυ με τη βροχή να στάζει από το μπουφάν μου, δεν σκόπευα να μείνω. Η γυναίκα στο τηλέφωνο δεν ακουγόταν ιδιαίτερα φιλική, αλλά δεν είχα πού αλλού να πάω και διέθετα ελάχιστα χρήματα. Το ταξίδι μου για το Δουβλίνο είχε ξεκινήσει μία εβδομάδα νωρίτερα, σε μια μοναχική στάση λεωφορείου ακριβώς έξω από το χωριό μου, που βρισκόταν στην άλλη άκρη της χώρας. Δεν ξέρω πόση ώρα καθόμουν στη στάση, αν είχε κρύο ή ζέστη ή αν πέρασε κάποιος από μπροστά μου. Όλες μου οι αισθήσεις ήταν αμβλυμμένες από μία και μοναδική διακαή επιθυμία: να φύγω. Δεν μπορούσα να δω από το δεξί μου μάτι και αντίκρισα το λεωφορείο μόνο όταν σταμάτησε μπροστά μου. Ένιωθα όλο μου το σώμα μουδιασμένο, αλλά, όταν σηκώθηκα από το πέτρινο τοιχίο, τα πλευρά μου διαμαρτυρήθηκαν. Και πάλι, δεν θα άφηνα τις σκέψεις μου να επιστρέψουν εκεί. Όχι αυτή τη στιγμή. Ακόμα και όταν ο οδηγός κατέβηκε για να με βοηθήσει με τη βαλίτσα μου και με κοίταξε σαν να είχα μόλις αποδράσει από Ό
EVIE WOODS 20 τη φυλακή, εγώ και πάλι δεν άφησα τις σκέψεις μου να επιστρέψουν εκεί. «Πού πηγαίνετε;» με ρώτησε. Οπουδήποτε, αρκεί να φύγω από εδώ. «Στο Δουβλίνο», απάντησα. Το Δουβλίνο ίσως και να ήταν αρκετά μακριά. Έβλεπα την ύπαιθρο να περνάει από το παράθυρό μου. Μισούσα εκείνα τα χωράφια, τα χωριά που είχαν μόνο ένα σχολείο, μια εκκλησία και δώδεκα παμπ. Το μουντό γκρίζο τους με πλάκωνε. Πρέπει να είχα αρχίσει να αποκοιμιέμαι, γιατί πετάχτηκα, νομίζοντας ότι εκείνος είχε βρεθεί και πάλι από πάνω μου –τα χέρια μου προστάτευαν το πρόσωπό μου. Δεν ήξερα τι να πρωτοπροστατεύσω. Ήταν πολύ γρήγορος. Και, όταν με χτύπησε με το ραβδί, όλα κατέρρευσαν. Τα πάντα. Κάθε ελπίδα που έτρεφα. Έμαθα κάτι εκείνη τη στιγμή: είσαι μόνη σου στον κόσμο. Κανένας δεν θα έρθει να σε σώσει. Οι άνθρωποι δεν αλλάζουν από τη μια στιγμή στην άλλη, δεν σου ζητούν συγγνώμη και μετά αρχίζουν να σου φέρονται με σεβασμό. Έχουν μέσα τους ένα χάος από τραύματα και πόνο και ξεσπούν σε όποιον βρουν μπροστά τους. Έπρεπε να σώσω τον εαυτό μου. ≈ «Έναν καφέ και ένα τοστ με τυρί, παρακαλώ», είπα στον σερβιτόρο, διαλέγοντας το πιο φτηνό προϊόν στον κατάλογο. Είχα δοκιμάσει μάταια την τύχη μου στο ίντερνετ και έτσι πήρα μια τοπική εφημερίδα και άρχισα να ψάχνω για δουλειά. Είχα μείνει μία εβδομάδα σε χόστελ και ήδη τα χρήματά μου κόντευαν να τελειώσουν. Και τότε είδα την αγγελία: οικιακή βοηθός. Εσωτερική. Πήρα τηλέφωνο και την αμέσως επόμενη μέρα βρέθηκα στα σκαλοπάτια ενός σπιτιού
ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ 21 που έδειχνε ιδιαίτερα πολυτελές. Χτύπησα τη γυαλιστερή μαύρη πόρτα. Η κυρία Μπάουντεν, όπως μου είπε να την αποκαλώ, ήταν εντελώς διαφορετική από κάθε άλλο άνθρωπο που είχα γνωρίσει στο παρελθόν. Έμοιαζε με ηρωίδα ιστορικού τηλεοπτικού δράματος, φορούσε μπόα με φτερά και διαμαντένια σκουλαρίκια. Μέσα σε πέντε λεπτά, μου είχε ήδη αραδιάσει ιστορίες για τον καιρό που βρισκόταν στο Theatre Royal, χόρευε στον θίασο των Royalettes και είχε συμμετάσχει ως ηθοποιός σε κάποιες παλιές παραστάσεις που δεν είχα ακουστά. «Ο κόσμος με αποκαλεί εκκεντρική, αλλά κι εγώ μπορώ να τους αποκαλέσω βαρετούς, όλα είναι σχετικά, λοιπόν. Πώς είπαμε ότι σε λένε;» «Μάρθα», επανέλαβα για τέταρτη φορά και την ακολούθησα στη σκάλα για να κατεβούμε στο υπόγειο. Στηριζόταν σε μπαστούνι και, παρόλο που το χρησιμοποιούσε με θεατρικό τρόπο, φαινόταν αρκετά ευκίνητη. Υπέθετα ότι είχε περάσει τα ογδόντα, αλλά ταυτόχρονα φαινόταν να μην έχει ηλικία –ήταν μια ηθοποιός που είχε επιλέξει να υποδυθεί έναν ρόλο ώστε να μην περνούν τα χρόνια από πάνω της. «Λοιπόν, η τελευταία κοπέλα ήταν πολύ ικανοποιημένη εδώ», παρατήρησε με έναν τόνο που με προειδοποιούσε ότι έπρεπε να αισθάνομαι κι εγώ το ίδιο. Ήταν τόσο σκοτεινά, που με το ζόρι κατάφερνα να διακρίνω τον χώρο γύρω μου, με εξαίρεση το μικρό παράθυρο κοντά στο ταβάνι, απ’ όπου έβλεπες τα πόδια των ανθρώπων που περνούσαν στο επίπεδο του δρόμου. Πάτησε τον διακόπτη με το μπαστούνι της και, μετά από ένα δευτερόλεπτο που πέρασα τυφλωμένη από τη μεγάλη λάμπα του κρεμαστού φωτιστικού, είδα ένα μονό κρεβάτι στη γωνία και μια ντουλάπα στον απέναντι τοίχο. Δίπλα στην πόρτα υπήρχε
EVIE WOODS 22 ένα κουζινάκι και, ακριβώς δίπλα, μια πόρτα οδηγούσε σε ένα πολύ μικρό μπάνιο με ντους. Ο λινοτάπητας είχε ανασηκωμένες γωνίες και η ταπετσαρία δεν πήγαινε πίσω, αλλά ένιωσα αμέσως μια αίσθηση ασφάλειας. Θα ήταν δικό μου. Ένας χώρος που θα μπορούσα να αποκαλώ δικό μου. Μπορούσα να κλείσω την πόρτα χωρίς να χρειάζεται να ανησυχώ μην την γκρεμίσει κάποιος με γροθιές και κλοτσιές. «Λοιπόν;» ρώτησε η κυρία Μπάουντεν σηκώνοντας το ένα φρύδι της. «Είναι πολύ όμορφο», είπα. «Φυσικά και είναι. Τι σου έλεγα;» «Δηλαδή με προσλαμβάνετε;» Τα μάτια της στένεψαν, παρατηρούσε την ατημέλητη εμφάνισή μου. Ευχαρίστησα τον Θεό για τη μάλλον πολύ κακή όρασή της, γιατί δεν φάνηκε να παρατηρεί το καταχτυπημένο πρόσωπό μου. Ή, αν το παρατήρησε, δεν την αποθάρρυνε. «Ναι, μάλλον», είπε παραδινόμενη. «Αλλά μην πολυχαίρεσαι, σε προσλαμβάνω επειδή είμαι υποχρεωμένη. Δεν ήρθε κανένας άλλος. Το πιστεύεις; Αυτό είναι το πρόβλημα της γενιάς σου. Είστε όλοι απρόθυμοι να βγάλετε το ψωμί σας τίμια. Το μόνο που σας νοιάζει στις μέρες μας είναι το “τίκιτι τοκ”, νομίζετε ότι θα σας πληρώνουν χωρίς να κάνετε τίποτα». Ακόμη μιλούσε καθώς απομακρυνόταν και ανέβαινε τη σκάλα. Κάθισα προσεκτικά στο κρεβάτι και άκουσα τα ελατήρια να παίζουν μουσική σαν χαλασμένο ακορντεόν υπό το βάρος μου. Και πάλι, δεν είχε σημασία. Κανένας δεν θα με έβρισκε εκεί. Έβαλα το ξυπνητήρι για τις επτά το πρωί. Όπως φαινόταν, η νέα μου εργοδότρια περίμενε μια «εμπειρία υψηλής γαστρονομίας» το πρωί και θα έπρεπε να φτιάξω ένα γκουρμέ πρωινό αντάξιο αστεριού Μισελέν με ό,τι υπήρ-
ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ 23 χε στο ψυγείο. Θα το σκεφτόμουν αργότερα. Αποκοιμήθηκα αμέσως, χωρίς καν να βγάλω τα βρεγμένα ρούχα μου ή να κλείσω τα στόρια. ≈ Ανακάθισα αμέσως μόλις ξύπνησα. Γιατί είχε τόσο φως; Πού βρισκόμουν; Και γιατί χτυπούσε το ξυπνητήρι μου; Σιγά σιγά, το μυαλό μου άρχισε να απαντά σε κάθε μία από αυτές τις ερωτήσεις και κοίταξα το παλιό τζιν και το φαρδύ πουλόβερ που φορούσα. Δεν ήμουν σίγουρη τι στολή ακριβώς έπρεπε να φοράει μια οικιακή βοηθός, αλλά μάλλον όχι αυτά τα ρούχα. Άνοιξα τη βαλίτσα μου και έβγαλα ένα μακρύ, πλεχτό, γκρίζο φόρεμα. Ούτε που θυμόμουν ότι το είχα βάλει στη βαλίτσα, αλλά κάποιο τμήμα του εγκεφάλου μου μάλλον με είχε βάλει να πάρω μαζί μου ρούχα που δεν θα χρειάζονταν σιδέρωμα. Έβγαλα βιαστικά το πουλόβερ μου και, την ώρα που κατέβαζα το φερμουάρ του τζιν, είδα το κάτω μέρος δύο ποδιών να περπατούν μπροστά στο παράθυρο του υπογείου στο πλάι του σπιτιού. Κράτησα την ανάσα μου μέχρι που είδα τα μποτάκια, καφέ σουέντ με κορδόνια. Εκείνος δεν είχε τέτοια μποτάκια. Παρακολουθούσα κρατώντας το πουλόβερ μπροστά στο σουτιέν μου, καθώς τα πόδια πηγαινοέρχονταν και διέγραφαν ημικύκλια. Τι διάβολο έκανε; Άρχισα να θυμώνω. Με αρκετή δυσκολία, κατάφερα να ανοίξω το παράθυρο με μια σπρωξιά και να βγάλω έξω το κεφάλι μου, με τα χέρια μου ακουμπισμένα στο περβάζι. «Συγγνώμη!» Καμία απάντηση. Ξερόβηξα δυνατά. Και πάλι τίποτα. «Μπορώ να σας βοηθήσω;» «Πολύ αμφιβάλλω».
EVIE WOODS 24 Προς έκπληξή μου, άκουσα αγγλική προφορά. Είχα αρχίσει να πιστεύω ότι εκείνα τα πόδια δεν συνδέονταν με κάποιο σώμα. Ακόμη δεν μπορούσα να δω το πρόσωπό του, αλλά μπορούσα να διαβάσω μικρά κομμάτια του εαυτού του. Ήταν κάτι που έκανα ανέκαθεν, διάβαζα τους ανθρώπους, αν και αυτό μου προκαλούσε μπελάδες μερικές φορές. Εκείνος φαινόταν αφηρημένος, σε αναζήτηση, δυστυχισμένος. «Τι θέλετε εδώ;» ρώτησα συνεχίζοντας τη συζήτησή μου με τα καλάμια του. «Δεν νομίζω ότι σας αφορά. Εσείς τι κάνετε εδώ;» «Εγώ μένω εδώ», είπα, ευχόμενη να είχα κατεβάσει τα στόρια νωρίτερα. «Οπότε να πας να κάνεις αλλού τον ματάκια». Η φωνή μου έτρεμε λίγο. Δεν είχα όρεξη να έρθω σε αντιπαράθεση με έναν ξένο, αλλά ήθελα την ησυχία μου. Άκουσα τα μποτάκια του να ξύνουν το χώμα και, την επόμενη στιγμή, εκείνος χαμήλωσε και το πρόσωπό του στάθηκε απειλητικά μπροστά στο δικό μου. Δεν ταίριαζε καθόλου με τη φωνή του, που ήταν κοφτερή και απότομη. Τα καστανά του μάτια απέπνεαν μια ζεστασιά, ή μήπως ήταν πράσινα; Καστανοπράσινα ίσως. Τα μαλλιά του έπεφταν διαρκώς στο πρόσωπό του. Αλλά στα χαρακτηριστικά του ήταν ζωγραφισμένο το απορημένο ύφος ενός ανθρώπου που αμφισβητούσε κάθε λέξη που έλεγες. «Είπες να κάνω αλλού τον ματάκια;» ρώτησε και ήταν προφανές ότι το διασκέδαζε. «Ήρθες με χρονομηχανή από τη δεκαετία του ογδόντα;» Δεν ήμουν σίγουρη τι απεχθανόμουν περισσότερο, να με αγνοούν ή να με κοροϊδεύουν. Το χαμόγελό του ήταν ενοχλητικά μεταδοτικό και αποκάλυψε την όχι τέλεια οδοντοστοιχία του, που «διάβασα» ότι ήταν αποτέλεσμα ενός σύντομου πάθους για τα σπορ. Για το ποδόσφαιρο, νομίζω. Πήγε να
ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ 25 αντικρούσει ένα πέναλτι και δέχτηκε χτύπημα στο πρόσωπο. Χαμογέλασα και μετά αμέσως σταμάτησα. «Κοίτα, αν δεν σταματήσεις να με παρακολουθείς ή να κάνεις ό,τι κάνεις τέλος πάντων, θα καλέσω την αστυνομία». Σήκωσε ψηλά τα χέρια σαν να παραδινόταν. «Συγγνώμη. Άκου, με λένε Χένρι», είπε και έτεινε το χέρι του για χειραψία. Κοιτούσα άπρακτη το χέρι του και τον είδα να το μαζεύει ντροπαλά. «Δεν κρυφοκοίταζα από το παράθυρό σου, αλήθεια. Απλώς... ψάχνω κάτι». Πολύ πιθανό, σκέφτηκα. «Τι έχασες;» «Ε...» Κοίταξε γύρω του στον κενό χώρο ανάμεσα στο σπίτι της κυρίας Μπάουντεν και το γειτονικό σπίτι πιο δίπλα, ανακατεύοντας τα ήδη ανάστατα μαλλιά του με τα χέρια του. «Δεν το έχασα ακριβώς...» Τον κοίταξα απαυδισμένη. Ήταν ματάκιας. Ή κάτι τέτοιο. Ένας ανώμαλος! Αυτό ήταν. Ετοιμαζόμουν να του το πω, όταν ξεστόμισε μια λέξη που δεν περίμενα. «Ψάχνω να βρω το κουφάρι...» «Θεέ και Κύριε, πέθανε κάποιος εδώ; Το ήξερα, το ήξερα ότι έχει περίεργη αύρα αυτό το σπίτι. Το είχα προαίσθημα με το που πάτησα το πόδι μου...» «Όχι, όχι. Θεέ μου, όχι. Όχι τέτοιου είδους κουφάρι». Έσκυψε χαμηλά το κεφάλι του για να με κοιτάξει ξανά στα μάτια. «Άκου, το ξέρω ότι φαίνεται ύποπτο όλο αυτό, αλλά σε διαβεβαιώ, δεν κάνω κάτι κακό, απλώς είναι δύσκολο να σου το εξηγήσω». Για μια στιγμή μείναμε αμίλητοι. Εκείνος καθόταν σκυφτός δίπλα στον επικλινή τοίχο, εγώ ήμουν μισοκρεμασμένη
www.klidarithmos.grRkJQdWJsaXNoZXIy MTk1OTAxMA==