Στην Τάμπι, που ήξερε πότε ήταν έτοιμο
«Φύγε λοιπόν. Υπάρχουν κι άλλοι κόσμοι πέρα απ’ αυτούς». Τζον «Τζέικ» Τσέιμπερς Είμαι ένα κορίτσι πάντα μες στη θλίψη Βάσανα γεμάτη όλη μου η ζωή Γραφτό μου είναι στον κόσμο να περιπλανιέμαι Χωρίς έναν φίλο να μου δείξει τον δρόμο… Παραδοσιακό τραγούδι «Δίκαιο είναι οτιδήποτε θέλει ο Θεός να κάνει». Λιφ Ένγκερ Ήρεμος σαν ποταμός
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ I. ΟΚραδασμόςτηςΑκτίνας.. . . . . . . . . . . . . . . . . . . 13 II. Η Συνέχιση της Μαγείας . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 33 III. ΤρούντικαιΜία............................. 63 IV. ΤοΔόγκαντηςΣουζάνας..................... 78 V. Η Χελώνα . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 97 VI. ΣτονΠερίδρομοτουΚάστρου.. . . . . . . . . . . . . . . . 122 VII. ΗΕνέδρα................................... 153 VIII. ΤοΠέταγματηςΜπάλας.. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 186 IX. ΟΈντιΔαγκώνειτηΓλώσσατου.. . . . . . . . . . . . . . 207 X. Σουζάνα-Μίο, Διχασμένο μου Κορίτσι . . . . . . . . . . 256 XI. ΟΣυγγραφέας.............................. 309 XII. ΤζέικκαιΚάλαχαν........................... 357 XIII. «Χαίρε, Μία, Χαίρε, Μητέρα». . . . . . . . . . . . . . . . . 404 ΚΟΝΤΑ Σελίδες από το Ημερολόγιο ενός Συγγραφέα . . . 452 ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΠΙΣΤΟΛΈΡΟ ΤΩΝ ΛΈΞΕΩΝ . . . . . . . . . . 481 r
ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΗ
19
1η ΣΤΆΝΤΖΑ Ο Κραδασμός της Ακτίνας 1 «ΠΌΣΟ ΚΑΙΡΌ θα συνεχιστεί η μαγεία;» Στην αρχή κανείς δεν απάντησε στην ερώτηση του Ρόλαντ, κι έτσι ξαναρώτησε, αυτή τη φορά κοιτάζοντας προς την αντικρινή μεριά του καθιστικού της οικίας του εφημέριου, όπου ο Χέντσικ των Μάνι καθόταν με τον Κάνταμπ, που είχε παντρευτεί μια από τις αναρίθμητες εγγονές του Χέντσικ. Οι δυο άντρες κρατιόνταν χέρι χέρι, όπως ήταν το συνήθειο των Μάνι. Ο γηραιότερος είχε χάσει μία εγγονή εκείνη τη μέρα, αλλά αν πενθούσε, αυτό δεν φαινόταν στην ατάραχη, ψυχρή όψη του. Πλάι στον Ρόλαντ, βουβός, φρικτά χλωμός και δίχως να κρατά το χέρι κανενός, καθόταν ο Έντι Ντιν. Δίπλα του, οκλαδόν στο πάτωμα, ήταν ο Τζέικ Τσέιμπερς. Είχε βάλει τον Όρι στα πόδια του, κάτι που ο Ρόλαντ δεν είχε ξαναδεί ούτε πίστευε πως θα το επέτρεπε ο τραυλιστής. Και ο Έντι και ο Τζέικ ήταν πιτσιλισμένοι με αίμα. Αυτό στο πουκάμισο του Τζέικ ήταν του φίλου του, του Μπένι Σλάιτμαν. Εκείνο στου Έντι ήταν της Μάργκαρετ Άιζενχαρτ, της χαμένης εγγονής του γερο-πατριάρχη, που το όνομά της ήταν κάποτε Μάργκαρετ του Κόκκινου Μονοπατιού. Και ο Έντι και ο Τζέικ φαίνονταν τόσο αποκαμωμένοι όσο ένιωθε ο
STEPHEN KING 14 Ρόλαντ, που όμως ήταν βέβαιος ότι δεν θα αναπαύονταν εκείνη τη νύχτα. Από μακριά, από την πόλη, έρχονταν ήχοι πυροτεχνημάτων, τραγουδιού, γλεντιού. Εδώ δεν γλεντούσε κανείς. Ο Μπένι και η Μάργκαρετ ήταν νεκροί και η Σουζάνα είχε εξαφανιστεί. «Χέντσικ, πες μου, σ’ εκλιπαρώ· πόσο καιρό θα συνεχιστεί η μαγεία;» Ο γέρος χάιδεψε αφηρημένα τη γενειάδα του. «Πιστολέρο, Ρόλαντ, δεν μπορώ να ξέρω. Η μαγεία της πόρτας σ’ εκείνη τη σπηλιά ξεπερνά τις γνώσεις μου. Όπως πρέπει να γνωρίζεις». «Πες μου τι πιστεύεις. Βάσει όσων ξέρεις». Ο Έντι σήκωσε τα χέρια του. Ήταν βρόμικα, υπήρχε αίμα κάτω από τα νύχια και έτρεμαν. «Απάντησε, Χέντσικ», είπε με φωνή ταπεινή και χαμένη, που ο Ρόλαντ δεν την είχε ξανακούσει. «Απάντησε, σ’ εκλιπαρώ». Η Ροζαλίτα, η οικονόμος του πατέρα Κάλαχαν, μπήκε με έναν δίσκο. Υπήρχαν φλιτζάνια πάνω και μια καράφα με αχνιστό καφέ. Αυτή τουλάχιστον είχε βρει τον χρόνο να βγάλει το τζιν και την μπλούζα της, που είχαν γεμίσει με αίματα και σκόνη, και να φορέσει ένα πρόχειρο φουστάνι, αλλά ο κλονισμός φαινόταν ακόμη στα μάτια της. Κοίταζαν από το πρόσωπό της σαν ζωάκια μέσα από την τρύπα τους. Έβαλε καφέ κι έδωσε αμίλητη από ένα φλιτζάνι στον καθένα. Δεν είχε καθαριστεί τελείως από το αίμα, όπως είδε ο Ρόλαντ παίρνοντας το φλιτζάνι. Υπήρχε λίγο στην ανάστροφη της δεξιάς της παλάμης. Της Μάργκαρετ ή του Μπένι; Ο πιστολέρο δεν ήξερε. Ούτε τον πολυένοιαζε. Οι Λύκοι είχαν ηττηθεί. Μπορεί να ξανάρχονταν στην Κάλα Μπριν Στέρτζις, μπορεί και όχι. Αυτό ήταν δουλειά του κα. Η δική τους ήταν η Σουζάνα Ντιν, που είχε εξαφανιστεί μετά τη μάχη, παίρνοντας τη Μαύρη Δεκατρία μαζί της. Ο Χέντσικ είπε: «Ρώτησες για το κάβεν;» «Ναι γε, πατέρα», αποκρίθηκε ο Ρόλαντ. «Για τη συνέχιση της μαγείας».
Ο ΜΑΎΡΟΣ ΠΎΡΓΟΣ VI: ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΣΟΥΖΑΝΑΣ 15 Ο πατέρας Κάλαχαν πήρε ένα φλιτζάνι καφέ γνέφοντας και χαμογελώντας αφηρημένα, αλλά δίχως ευχαριστώ. Είχε μιλήσει ελάχιστα αφότου γύρισαν από τη σπηλιά. Στα πόδια του υπήρχε ένα βιβλίο με τίτλο «Σάλεμ’ς Λοτ», γραμμένο από κάποιον που δεν τον είχε ακουστά. Υποτίθεται ότι ήταν φανταστική ιστορία, αλλά αυτός, ο Ντόναλντ Κάλαχαν, ήταν μέσα της. Είχε ζήσει στην πόλη για την οποία μιλούσε το βιβλίο, είχε λάβει μέρος στα γεγονότα που αφηγούνταν. Κοίταξε στο οπισθόφυλλο και στο αυτί του οπισθοφύλλου μήπως υπήρχε φωτογραφία του συγγραφέα, έχοντας την αλλόκοτη βεβαιότητα ότι θα αντίκριζε τη δική του όψη να τον κοιτάζει (μάλλον όπως ήταν το 1975, όταν συνέβησαν αυτά τα γεγονότα), αλλά δεν υπήρχε φωτογραφία, παρά μόνο το βιογραφικό του συγγραφέα, που έλεγε ελάχιστα. Ζούσε στην Πολιτεία του Μέιν. Ήταν παντρεμένος. Είχε γράψει άλλο ένα βιβλίο, που πήρε καλές κριτικές, αν πίστευες τα αποσπάσματα στο οπισθόφυλλο. «Όσο μεγαλύτερη η μαγεία, τόσο περισσότερο διαρκεί», είπε ο Κάνταμπ κι έπειτα κοίταξε απορημένα τον Χέντσικ. «Ναι γε», είπε ο Χέντσικ. «Η μαγεία και το γήτεμα είναι ένα και το αυτό, και ξετυλίγονται από πίσω προς τα εμπρός». Σώπασε για μια στιγμή. «Απ’ το παρελθόν». «Αυτή η πόρτα άνοιγε σε πολλούς τόπους και χρόνους στον κόσμο απ’ όπου ήρθαν οι φίλοι μου», είπε ο Ρόλαντ. «Θα την ξανάνοιγα, αλλά μόνο προς τους δύο τελευταίους. Γίνεται;» Περίμεναν καθώς ο Χέντσικ και ο Κάνταμπ συλλογίζονταν. Οι Μάνι ήταν μεγάλοι ταξιδευτές. Αν κάποιος γνώριζε, αν κάποιος μπορούσε να κάνει αυτό που ήθελε ο Ρόλαντ, αυτό που ήθελαν όλοι ήταν τούτοι οι άνθρωποι. Ο Κάνταμπ έσκυψε με σεβασμό προς τον γέρο, τον ντιν του Κόκκινου Μονοπατιού της Κάλα. Ψιθύρισε. Ο Χέντσικ άκουσε, με όψη ανέκφραστη, κι έπειτα γύρισε με το στρεβλό γέρικο χέρι του το κεφάλι του Κάνταμπ και του απάντησε ψιθυριστά.
STEPHEN KING 16 Ο Έντι σάλεψε νευρικά και ο Ρόλαντ τον ένιωσε έτοιμο να πεταχτεί όρθιος ή ίσως να φωνάξει. Έβαλε το χέρι του στον ώμο του για να τον συγκρατήσει και ο Έντι ηρέμησε. Για την ώρα τουλάχιστον. Η ψιθυριστή συζήτηση συνεχίστηκε για κανένα πεντάλεπτο, ενώ οι υπόλοιποι περίμεναν. Οι πανηγυρισμοί από μακριά έκαναν τον Ρόλαντ να νιώθει άβολα· ένας Θεός ήξερε πώς έκαναν τον Έντι να αισθάνεται. Τελικά ο Χέντσικ χάιδεψε το μάγουλο του Κάνταμπ και στράφηκε προς τον Ρόλαντ. «Νομίζουμε ότι μπορεί να γίνει». «Δόξα σοι ο Θεός», ψιθύρισε ο Έντι. Κι ύστερα, πιο δυνατά: «Δόξα σοι ο Θεός! Πάμε εκεί πάνω. Μπορούμε να σας συναντήσουμε στην Ανατολική Οδό…» Και οι δύο γενειοφόροι άντρες έγνεφαν αρνητικά, ο Χέντσικ με αυστηρότητα και θλίψη, ο Κάνταμπ σχεδόν με τρόμο. «Δεν θα πάμε στη Σπηλιά των Φωνών στο σκοτάδι», είπε ο Χέντσικ. «Πρέπει!» ξέσπασε ο Έντι. «Δεν καταλαβαίνετε! Το θέμα δεν είναι πόσο θα διαρκέσει η μαγεία αλλά ο χρόνος στην άλλη μεριά! Κυλάει ταχύτερα εκεί, και, με το που χάνεται, πάει, χάθηκε! Χριστέ μου, η Σουζάνα θα μπορούσε να γεννά αυτή τη στιγμή, κι αν το μωρό είναι κανένας κανίβαλος…» «Άκου με, νεαρέ», είπε ο Χέντσικ, «και πολύ καλά, σ’ εκλιπαρώ. Η μέρα έχει σχεδόν σβήσει». Ήταν αλήθεια. Ο Ρόλαντ δεν είχε ξαναζήσει ποτέ μέρα που να κύλησε τόσο γρήγορα μέσα από τα δάχτυλά του. Ήταν η μάχη με τους Λύκους νωρίς, όχι πολύ μετά το χάραμα, ύστερα το πανηγύρι στον δρόμο, για τη νίκη, και η θλίψη για τις απώλειες, που ήταν απίστευτα λίγες, έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα. Έπειτα ήρθε η συνειδητοποίηση ότι η Σουζάνα είχε εξαφανιστεί, η πορεία έως τη σπηλιά, ό,τι ανακάλυψαν εκεί. Όταν πια γύρισαν στο πεδίο της
Ο ΜΑΎΡΟΣ ΠΎΡΓΟΣ VI: ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΣΟΥΖΑΝΑΣ 17 μάχης στην Ανατολική Οδό, ήταν απομεσήμερο. Οι περισσότεροι κάτοικοι είχαν φύγει για να πάνε πίσω στο σπίτι τους θριαμβευτικά τα παιδιά τους, που είχαν σωθεί. Ο Χέντσικ συμφώνησε αρκετά πρόθυμα να κάνουν αυτή τη συνομιλία, αλλά όταν πια επέστρεψαν στην οικία του εφημέριου, ο ήλιος ήταν στη λάθος μεριά του ουρανού. Θα ξεκουραστούμε μια νύχτα, εντέλει, σκέφτηκε ο Ρόλαντ, μην ξέροντας αν ένιωθε χαρά ή απογοήτευση γι’ αυτό. Πάντως ήξερε ότι είχε ανάγκη από λίγο ύπνο. «Ακούω κι έχω τ’ αυτιά μου ανοιχτά», είπε ο Έντι, αλλά ο Ρόλαντ είχε ακόμη το χέρι του στον ώμο του νεότερου άντρα και τον ένιωθε να τρέμει. «Ακόμα κι αν ήμασταν πρόθυμοι να πάμε, δεν θα μπορούσαμε να πείσουμε αρκετούς απ’ τους υπόλοιπους να μας ακολουθήσουν», είπε ο Χέντσικ. «Είσαι ο ντιν τους…» «Ναι γε, έτσι το λες εσύ, και φαντάζομαι ότι είμαι, αν και δεν είναι δική μας λέξη, ξέρεις. Στα περισσότερα πράγματα θα με ακολουθούσαν και γνωρίζουν το χρέος τους προς το κα-τετ σας για ό,τι κάνατε σήμερα· θα σας ευχαριστούσαν με όποιο τρόπο μπορούσαν. Αλλά δεν θα ακολουθούσαν εκείνο το μονοπάτι ούτε θα πήγαιναν σ’ εκείνο το στοιχειωμένο μέρος αφότου θα σκοτείνιαζε». Ο Χέντσικ έγνεψε αρνητικά, αργά και με μεγάλη σιγουριά. «Όχι· αυτό δεν θα το έκαναν. »Άκου, νεαρέ. Ο Κάνταμπ κι εγώ μπορούμε να επιστρέψουμε στο Κρα-τεν του Κόκκινου Μονοπατιού προτού σκοτεινιάσει τελείως. Εκεί θα καλέσουμε τους άντρες στο Τέμπα, που για μας είναι ό,τι η Αίθουσα Συγκεντρώσεων για τους επιλήσμονες». Κοίταξε φευγαλέα τον Κάλαχαν. «Συγχώρα με, πατέρα, αν η λέξη σε πρόσβαλε». Ο Κάλαχαν έγνεψε αφηρημένα, δίχως να σηκώσει τα μάτια του από το βιβλίο, που το στριφογύριζε ασταμάτητα στα χέρια
www.klidarithmos.grRkJQdWJsaXNoZXIy MTk1OTAxMA==