Ο Μαύρος Πύργος V

Ο ΜΑΎΡΟΣ ΠΎΡΓΟΣ V: ΟΙ ΛΥΚΟΙ ΤΗΣ ΚΑΛΑ 23 εκείνη το φορούσε παντού. Ταλαντευόταν πέρα δώθε τώρα, χτυπώντας πάνω στο ιδρωμένο της δέρμα καθώς η Τία τραβούσε. Το αλέτρι ήταν δεμένο στους ώμους της με ένα δερμάτινο λουρί. Πίσω της, πότε οδηγώντας το αλέτρι από τις παλιές του λαβές από σιδερόξυλο και πότε την αδερφή του από τα χάμουρα, ο Τίαν γρύλιζε, τραβούσε κι έσπρωχνε όταν η λεπίδα από το αλέτρι μπηγόταν βαθιά κι ήταν έτοιμη να κολλήσει. Ήταν το τέλος της Πλήρους Γης, αλλά στο Χωράφι του Κερατά είχε λάβρα σαν να ήταν μεσοκαλόκαιρο και η φόρμα της Τία ήταν σκούρα και υγρή, και κολλούσε πάνω στα μακριά, ψωμωμένα μπούτια της. Κάθε φορά που τίναζε ο Τίαν το κεφάλι για να βγάλει τα μαλλιά του από τα μάτια του, στάλες ιδρώτα τινάζονταν από τις πυκνές τούφες του. «Ντε, σκύλα!» κραύγασε. «Κείνος ο βράχος θα σπάσει τ’ αλέτρι! Τυφλή είσαι;» Όχι τυφλή ούτε κουφή· απλώς ρουντ. Τράβηξε με δύναμη αριστερά. Πίσω της, ο Τίαν παραπάτησε, τινάχτηκε μπροστά κι έγδαρε το καλάμι του σε μια άλλη πέτρα, που δεν την είχε δει και το αλέτρι, ως εκ θαύματος, δεν την είχε πετύχει. Καθώς ένιωθε τις πρώτες ζεστές στάλες αίματος να κυλούν στον αστράγαλό του, αναρωτήθηκε –όχι για πρώτη φορά– ποια τρέλα έφερνε πάντα τους Τζάφορντς εδώ πέρα. Βαθιά στην καρδιά του, κάτι του έλεγε ότι το μαδριγάλι δεν θα φύτρωνε περισσότερο από το πόριν νωρίτερα, αν και μπορούσες να καλλιεργήσεις διαβολόχορτο· ναι γε, θα μπορούσε να γεμίσει και τα ογδόντα στρέμματα με τούτο το διαολόπραμα, αν ήθελε. Όμως το θέμα ήταν να μην το αφήσει να φυτρώσει, κι αυτή ήταν πάντα η πρώτη δουλειά της Νέας Γης. Ήταν… Το αλέτρι έγειρε απότομα δεξιά κι ύστερα τινάχτηκε μπροστά, σχεδόν ξηλώνοντάς του τα χέρια. «Αχ!» φώναξε. «Ήρεμα, κορίτσι! Αν μου τα βγάλεις, δεν ξαναφυτρώνουν, ε;» Η Τία γύρισε το φαρδύ, ιδρωμένο, ανέκφραστο πρόσωπό της προς έναν ουρανό γεμάτο χαμηλά σύννεφα και γέλασε, ενώ το γέλιο της ακούστηκε σαν γκάρισμα. Άνθρωπε Ιησού, ακόμα κι η φωνή της ήταν σαν γαϊδάρου. Κι όμως ήταν γέλιο, ανθρώπινο γέλιο. Ο Τίαν ανα-

RkJQdWJsaXNoZXIy MTk1OTAxMA==