AΛΛΗ ΜΙΑ ΦΟΡΑ 13 Ουφ. Στραβομουτσούνιασα και μπήκα κάτω από το νερό. «Μόλις ξεκίνησα». «Ο Τζόελ θέλει να πάει στο γιογιό του». Η Λίζα, η γυναίκα του μπαμπά μου, ακουγόταν σαν να είχε το στόμα της κολλημένο στην πόρτα. «Επειγόντως». «Δεν μπορεί να πάει πάνω;» Έβαλα σαμπουάν στο χέρι μου και το έτριψα στα μαλλιά μου. Τα λάτρευα τα δίδυμα, αλλά η ζωή με δύο μικρά παιδιά ήταν καμιά φορά ανυπόφορη. «Είναι ο μπαμπάς σου εκεί». Αναστενάζοντας, είπα: «Δώσε μου δύο λεπτά». Τελείωσα βιαστικά το ντους μου, αρνούμενη να επιτρέψω σε αυτή την αναποδιά να μου χαλάσει τη διάθεση. Αφού σκουπίστηκα και έβαλα το μπουρνούζι μου, πέρασα τρέχοντας δίπλα από τη Λίζα και τον εκνευρισμένο Τζόελ, επιστρέφοντας στο υπνοδωμάτιό μου στο υπόγειο. Στέγνωσα με το πιστολάκι τα πολύ σγουρά μαλλιά μου –μουρμουρίζοντας ακόμη ερωτικά τραγούδια– πριν βάλω το σίδερο στην πρίζα για να σβήσω με ατμό μια ζάρα στο δεξί μανίκι του φορέματός μου. Ήξερα πως ο καλύτερός μου φίλος, ο Κρις, θα έκανε μια γκριμάτσα και θα μου έλεγε πως ήμουν υπερβολικά σχολαστική, αλλά γιατί να αφήσω τη ζάρα τη στιγμή που χρειάζονται μόνο δύο λεπτά για να την εξαφανίσω; Ντύθηκα και έτρεξα πάνω για να φάω βιαστικά μια μπάρα πρωτεΐνης προτού φύγω για το σχολείο. Καθώς έσκιζα το περιτύλιγμα, το βλέμμα μου έπεσε στο ταψί που βρισκόταν δίπλα στον φούρνο μικροκυμάτων σαν τον ίδιο τον πειρασμό ενσαρκωμένο. Ναι, το κομμάτι της σοκολατόπιτας που είχε περισσέψει θα ήταν πεντανόστιμο, σκέφτηκα καθώς δάγκωνα μια μεγάλη μπουκιά από την μπάρα με φιστικοβούτυρο και ορό γάλακτος, αλλά ένα κομμάτι γεμάτο ζάχαρη και υδατάνθρακες δεν ήταν καλός τρόπος για να ξεκινήσει η μέρα. Τράβηξα το βλέμμα μου από το σοκολατένιο γλυκό και συγκεντρώθηκα στο να μασήσω τη στεγνή μπάρα πρωτεΐνης.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTk1OTAxMA==