LYNN PAINTER 24 αυτοκίνητο που έφτιαχνε εδώ και δεκαετίες και πάντα έλεγε ότι θα ήταν δικό μου όταν θα το τελείωνε. Το τελείωσε πριν από τρία χρόνια. «Παρεμπιπτόντως, είπες στους γονείς σου ότι το αμάξι σου κάηκε;» Έριξε ένα πλάγιο βλέμμα στο κινητό μου, σαν να περίμενε να αρχίσω να στέλνω μηνύματα. Κοίταξα έξω από το παράθυρο. Το γεγονός ότι κανένας από τους δύο γονείς μου δεν είχε τηλεφωνήσει ήταν καλό κατά κάποιον τρόπο, μια που καθυστερούσε τους μπελάδες που με περίμεναν. Αλλά με ενοχλούσε κάπως το γεγονός ότι δεν τους απασχολούσε που τους τηλεφωνούσα ενώ θα έπρεπε να βρίσκομαι στο σχολείο. Αντί να εξηγήσω όλα αυτά τα περίπλοκα συναισθήματα, είπα: «Μπα, τους το φυλάω για έκπληξη». «Καλή σκέψη». Μπήκε σε μια χιονισμένη θέση στάθμευσης, και υπενθύμισα στον εαυτό μου πως εξακολουθούσε να είναι η μέρα του Αγίου Βαλεντίνου. Μπορεί να είχα χάσει το αυτοκίνητό μου και να επρόκειτο σύντομα να με σκοτώσουν οι γονείς μου, αλλά σε μερικά λεπτά θα ήμουν με τον Τζος. Θα μου διάβαζε ποίηση, θα μου έδινε το δώρο μου, θα έλεγα αυτές τις μαγικές δύο λέξεις, και όλα τα υπόλοιπα θα εξαφανίζονταν. «Λοιπόν», είπα, ανοίγοντας την πόρτα αφού σταμάτησε και έσβησε τη μηχανή. «Χρόνια πολλά για του Αγίου Βαλεντίνου». «Ποιος το γαμάει αυτό;» είπε απαξιωτικά ο Νικ, λες και του είχα ευχηθεί καλό ευνουχισμό, βγαίνοντας από το αυτοκίνητο και κοπανώντας την πόρτα του αυτοκινήτου του. «Τη σιχαίνομαι αυτή τη γαμημένη μέρα». Βγήκα από το φορτηγάκι, έβγαλα το μπουφάν του και του το έδωσα όταν ήρθε από τη μεριά μου. «Ε, τότε λοιπόν, απλώς καλή σου μέρα, μάλλον». «Αμέ», είπε, ρίχνοντας το μπουφάν στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου. «Ευχαριστώ».
RkJQdWJsaXNoZXIy MTk1OTAxMA==