AΛΛΗ ΜΙΑ ΦΟΡΑ 21 απλώς κάτι στη στάση του Νικ –και στο γεγονός ότι δεν με είχε αναγνωρίσει– που με έκανε να θέλω να του πηγαίνω κόντρα. Σταύρωσε τα μπράτσα του και είπε: «Είσαι εντάξει εκεί πέρα;» Χαμογέλασα ψεύτικα και είπα απότομα: «Καταπληκτικά». Έριξα μια ματιά στο κινητό μου. Καμία ειδοποίηση. Κανένας από τους δύο γονείς μου δεν απάντησε όταν τους τηλεφώνησα, πράγμα που δεν μου έκανε εντύπωση. Ήθελα απεγνωσμένα να στείλω μήνυμα στον Τζος, αλλά το τελευταίο πράγμα που ήθελα ήταν να υπενθυμίσω στον Νικ ότι ήμουν αφηρημένη όταν τον χτύπησα. Ο αστυνομικός ήρθε γρήγορα μετά τους πυροσβέστες και ήταν σχετικά συμπαθητικός καθώς μου έγραφε μια κλήση για την οποία θα έτρωγα σίγουρα τιμωρία. Οχ. Ο Νικ με κοίταξε ενώ ο γερανός απομακρυνόταν με το φορτηγάκι μου. «Θέλεις να σε πάω; Δηλαδή, πηγαίνουμε στο ίδιο μέρος και είσαι ντυμένη έτσι». Κοίταξα τα γυμνά μου πόδια και τα καφέ δερμάτινα μποτάκια μου, σφίγγοντας τα δόντια μου για να μη χτυπάνε από το κρύο. «Πώς έτσι;» «Γελοία». «Έι». Πραγματικά χαμογέλασε βλέποντας την έκφρασή μου. «Δεν αμφισβητούσα τις ενδυματολογικές σου επιλογές – φαίνεσαι πάρα πολύ, χμ, γκόμενα παίχτη του πόλο, μην ανησυχείς. Αναφερόμουν απλώς στα γυμνά σου πόδια, και στο γεγονός ότι έχουμε, δεν ξέρω, μείον έξι βαθμούς. Να σε πάω; Ναι;» Ξεροκατάπια και έχωσα την παγωμένη μου μύτη στον γιακά του μπουφάν. Μύριζε κρύο και λάδι μηχανής. «Μμμ, ναι, μάλλον».
RkJQdWJsaXNoZXIy MTk1OTAxMA==