AΛΛΗ ΜΙΑ ΦΟΡΑ 17 Ποίηµα, οπωσδήποτε. Χαμογέλασα, και το φανάρι άναψε πράσινο. Καθώς διέσχιζα τη γειτονιά μας στα προάστια, το τραγούδι στο ραδιόφωνο (το παμπάλαιο βανάκι μου δεν είχε καν δυνατότητα σύνδεσης Bluetooth) άλλαξε σε κάτι μέταλ, με ουρλιαχτά, οπότε άρχισα να ψάχνω στους σταθμούς κάποια μελωδία αντάξια της τόσο σημαντικής μέρας. Μπίλι Τζόελ; Όχι. Green Day; Άπαπα. Adele; Χμμμμ… αυτό ίσως – Κοίταξα προς το ταμπλό για να δυναμώσω την ένταση, και μετά σήκωσα το βλέμμα πάνω στην ώρα για να δω ότι το φορτηγάκι μπροστά μου είχε σταματήσει ξαφνικά. Πάτησα το φρένο, αλλά αντί να σταματήσουν, τα λάστιχα κλείδωσαν και άρχισαν να γλιστράνε. Σκατά, σκατά, σκατά! Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Έπεσα πάνω στο πίσω μέρος του φορτηγού. Με δύναμη. Προετοιμάστηκα μέσα μου ότι θα έπεφτε πάνω μου το αυτοκίνητο από πίσω μου, αλλά ευτυχώς σταμάτησε εγκαίρως. Κρατώντας την ανάσα μου, κοίταξα από το παρμπρίζ και είδα πως το καπό μου είχε τσαλακωθεί εντελώς. Όμως το άτομο που οδηγούσε το φορτηγάκι έβγαινε έξω τώρα, πράγμα που σήμαινε, έλπιζα, ότι δεν είχε πάθει τίποτα. Έπιασα το κινητό μου, άνοιξα την πόρτα και βγήκα έξω για να επιθεωρήσω τη ζημιά. «Έστελνες μήνυμα, έτσι δεν είναι;» «Τι πράγμα;» Σήκωσα το βλέμμα, και να σου ο Νικ Σταρκ, ο συνεργάτης μου στο εργαστήριο χημείας. «Όχι βέβαια!» Το βλέμμα του έπεσε στο χέρι μου, στο κινητό μου, και ύψωσε το ένα του φρύδι. Πόσο πιθανό ήταν να χτυπήσω κάποιον που γνώριζα; Και όχι απλώς κάποιον που γνώριζα, αλλά κάποιον που μάλλον
RkJQdWJsaXNoZXIy MTk1OTAxMA==