Άλλη μια φορά

LYNN PAINTER 14 «Θεούλη μου, τρώγε πιο ήρεμα». Ο μπαμπάς μου καθόταν στο τραπέζι, διαβάζοντας την εφημερίδα του και πίνοντας καφέ όπως έκανε κάθε μέρα της ζωής μου. Τα μαλλιά του ήταν κατακόκκινα, το ζωηρό έντονο πρωτότυπο από το οποίο προέκυπτε η δική μου πιο ξεθωριασμένη χαλκοκάστανη εκδοχή. Μου χαμογέλασε περιπαικτικά και είπε: «Κανείς εδώ δεν ξέρει τη λαβή Χάιμλιχ». «Δεν είναι προαπαιτούμενο για να γίνεις γονιός ή κάτι τέτοιο; Πώς γίνεται η Λίζα κι εσύ να έχετε παιδιά και να μην έχετε ιδέα από τη λαβή Χάιμλιχ;» Κοίταξε κατευθείαν το μπουκωμένο στόμα μου. «Υποθέταμε βλακωδώς πως οι απόγονοί μας δεν θα κατέβαζαν τον άμπακο σαν γουρούνια». «Ξέρεις τι συμβαίνει όταν κάνεις υποθέσεις, ε;» «Ναι». Μου έκλεισε το μάτι και ξαναγύρισε στην εφημερίδα του. «Κάποιος είναι μπούφος». «Οχ, ελάτε τώρα». Η Λίζα μπήκε στην κουζίνα με τον Λόγκαν στο ένα μπράτσο, τον Τζόελ στο άλλο. «Γίνεται να μη λέμε τέτοιες λέξεις μπροστά στα μωρά;» «Δεν ήταν εδώ», είπα μασώντας την μπάρα μου, «όταν το είπε». «Και κυριολεκτικά μιλώντας», είπε ο μπαμπάς μου, κλείνοντάς μου ξανά το μάτι, «ο μπούφος δεν είναι κακή λέξη. Είναι ένα πουλί». Μειδίασα ενώ η Λίζα με κοίταξε σαν να ευχόταν να εξαφανιστώ. Μοίραζα τον χρόνο μου ανάμεσα στη μαμά και τον μπαμπά μου από τότε που είχαν χωρίσει όταν πήγαινα στο δημοτικό, αλλά εξακολουθούσα να είμαι ένας νομάδας μέσα στα πόδια τους. Στα σπίτια και των δύο. Για να είμαι δίκαιη, η Λίζα δεν ήταν το στερεότυπο της κακιάς μητριάς. Δίδασκε σε νηπιαγωγείο, έκανε τον μπαμπά μου ευτυχισμένο και ήταν πολύ καλή μαμά για τα δίδυμα. Απλώς εγώ ένιωθα συνέχεια πως ήμουν μέσα στα πόδια της.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTk1OTAxMA==