Καλύτερα κι από τις ταινίες

9 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑ «Κανείς δεν βρίσκει την αδερφή ψυχή του όταν είναι δέκα χρονών. ∆ηλαδή, δεν έχει και πολλή πλάκα αυτό, ε;» –Ο γάµος είναι της µόδας Η μέρα ξεκίνησε όπως κάθε συνηθισμένη μέρα. Ο κύριος ΜακΑνώμαλος άφησε μια τριχόμπαλα στην παντόφλα μου, έκαψα τον λοβό του αυτιού μου με την πρέσα των μαλλιών και, όταν άνοιξα την πόρτα για να φύγω για το σχολείο, έπιασα στα πράσα τον άσπονδο εχθρό της διπλανής πόρτας ξαπλωμένο πολύ ύποπτα στο καπό του αυτοκινήτου μου. «Έι!» Ανέβασα τα γυαλιά ηλίου, έκλεισα την εξώπορτα πίσω μου και πήγα κατευθείαν προς το μέρος του, προσέχοντας να μη γδαρθούν τα καινούρια μου φλοράλ φλατ παπούτσια καθώς έτρεχα. Κυριολεκτικά, κατά πάνω του. «Φύγε από το αυτοκίνητό μου». Ο Γουές κατέβηκε με έναν πήδο και σήκωσε τα χέρια του ψηλά παίρνοντας τη γνωστή πόζα τύπου είμαι αθώος, παρόλο που το πονηρό του χαμόγελο τον έκανε να φαίνεται εντελώς ένοχος. Εξάλλου, τον ήξερα από το νηπιαγωγείο∙ αυτός ο τύπος δεν είχε υπάρξει αθώος ούτε μία μέρα στη ζωή του. «Τι έχεις στο χέρι σου;» «Τίποτα». Έβαλε το χέρι πίσω από την πλάτη του. Παρόλο που είχε ψηλώσει και είχε γίνει άντρας, και κάπως σέξι, από τότε που ήμασταν στο δημοτικό, ο Γουές ήταν ακόμα το

RkJQdWJsaXNoZXIy MTk1OTAxMA==