19 2 Φρανκ ΜΕΤΑ ΤΟ ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ –τα βλέμματα οίκτου των ενόρκων, τις ανελέητες περιγραφές των τελευταίων στιγμών της Λορέιν– ο Φρανκ Ντέιγκλ είχε απομονωθεί για πάνω από έναν χρόνο· ένα σώμα ενόρκων αποτελούμενο από ένα άτομο, που υπέμενε τα καθημερινά τηλεφωνήματα της κόρης του, της Κρίστι, η οποία θεωρούσε ότι ο πατέρας της είχε παραλύσει από το πένθος. Πήγαινε μια βόλτα, μπαμπά, τον συμβούλευε. Είσαι χάλια. Ένα ένα βήμα και προχώρα. Η μαμά θα το ήθελε. Στο τέλος, αν μη τι άλλο για να αποφεύγει τα τηλεφωνήματά της, είχε αρχίσει να περπατάει τρία χιλιόμετρα κάθε πρωί στο καλλιτεχνικό κέντρο του Πόρτλαντ, τη χερσόνησο, όπου πήγαινε σπάνια στην πρότερη ζωή του. Στο Cοffee by Design παράγγελνε έναν μακιάτο (η Λορέιν θα το έλεγε «πόζα») και κατευθυνόταν προς το Wadsworth Books, όπου αγόραζε την πρωινή εφημερίδα, και καθόταν σε έναν φθαρμένο δερμάτινο καναπέ για να παρακολουθήσει τη μέρα να ξεδιπλώνεται: τον Τζέικ να πληκτρολογεί τις παραγγελίες βιβλίων, τη Ρόμπιν να ταΐζει τις καινούριες γάτες προς υιοθεσία, τη Μάρνι, την υπεύθυνη, να βγάζει το ετοιμόρροπο καροτσάκι με τα βιβλία στο πεζοδρόμιο. Αναπάντεχα αυτό το νέο τελετουργικό τον ευχαριστούσε. Μικρός, ο Φρανκ διάβαζε, και τούτο το μέρος μύριζε πραγματικά σαν τη βιβλιοθήκη της παιδικής του ηλι-
RkJQdWJsaXNoZXIy MTk1OTAxMA==