Πώς να διαβάσεις ένα βιβλίο

MONICA WOOD 18 εξαιτίας μας. Μερικές μέρες –τις πιο ήσυχες μέρες, που δεν γίνεται κάποια αναφορά ή δεν φέρνουν σέρνοντας κάποια καινούρια, τις μέρες που το μέρος αυτό δεν μοιάζει με ψυχιατρική μονάδα στον Άρη αλλά με καταφύγιο ζώων, γεμάτο ήρεμα σκυλιά– σχεδόν τους βλέπω, τους Λόγους μας, μικρά μαύρα συννεφάκια στον αέρα. Είναι σαν φύλακες άγγελοι, κατά κάποιον τρόπο. Φυλάνε την ανάμνησή τους στο μυαλό μας. Αιωρούνται ανάμεσά μας, αθόρυβα και δίχως να παραπονιούνται, και δεν λένε να εξαφανιστούν. Όταν σκοτεινιάζει, στην ησυχία του κρεβατιού σου μπορείς να τους γευτείς, σαν τη στάχτη μετά τη φωτιά. Δεν το συζητάμε. Αλλά το ξέρουμε. Το ξέρουμε η μία για την άλλη. Οι Λόγοι μας έρχονται να μας βρουν κάθε πρωί και μας ψιθυρίζουν τις νύχτες. Ο δικός μου Λόγος είναι μια αθώα, ανυποψίαστη γυναίκα, για πάντα εξήντα ενός, ονόματι Λορέιν Ντέιγκλ. Τώρα πια είναι κομμάτι μου, ένα θραύσμα από κόκαλο που έχει γίνει ένα με κάποιο δικό μου. Το βράδυ, κλειδωμένη στο κελί μου, αφού έχω πει τις προσευχές μου, μουρμουρίζω: «Καληνύχτα, Μπρίτι» και η Μπρίτι ψιθυρίζει: «Καληνύχτα, Βάιολετ». Και μετά, στην άγια ησυχία του μυαλού μου, ψιθυρίζω: Καληνύχτα, Λορέιν. Κάθε βράδυ τής ψιθυρίζω στο μυαλό μου. Στα είκοσι δύο μου, δεν ξέρω ακόμα πόσες μέρες θα μου δώσει ο Θεός, αλλά ξέρω το εξής: Όσες κι αν είναι, μετά από καθεμιά, θα ψιθυρίζω στο μυαλό μου: Καληνύχτα, Λορέιν.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTk1OTAxMA==