ΠΩΣ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΙΣ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ 17 σουν τα γνώριμα πράγματα. Τα πράγματα του Πριν. Η Κυρία της Λέσχης το ξέρει. Παίρνω το αντίτυπό μου και το κρατάω. Μου αρέσει το βάρος του βιβλίου στο χέρι μου, οποιουδήποτε βιβλίου. Αυτό εδώ είναι όμορφο. Μικρό και λεπτό, με απλό άσπρο εξώφυλλο και χοντρά μαύρα γράμματα. «Σε ευχαριστούμε, Σπασικλάκι», λέμε. «Και να θυμάστε», λέει η Κυρία της Λέσχης, «αν οι χαρακτήρες δεν είναι ακριβώς όπως θα θέλαμε να είναι...». «Άνθρωποι σαν κι εμάς», λέει η Ντόροθι. Σηκωνόμαστε να φύγουμε, κρατώντας δύο βιβλία τώρα, αυτό που δεν μας άρεσε καθόλου από κάτω και μια καινούρια αρχή από πάνω. «Διάβασα τον Φύλακα στη σίκαλη στη δευτέρα γυμνασίου», λέω στην Κυρία της Λέσχης. «Κι εγώ», λέει η Μπρίτι. «Ο Φύλακας στη σίκαλη είναι για αθώους», λέει η Κυρία της Λέσχης, ενώ ο Ρόμπερτς, ο πιο άσχημος φρουρός, καραδοκεί έξω από την πόρτα, γιατί ουαί και αλίμονο αν κάτσουμε δύο δευτερόλεπτα παραπάνω στη Λέσχη Ανάγνωσης. «Αυτό εδώ είναι για ανθρώπους που έχουν ζήσει διάφορα πράγματα». Μας αρέσει όπως το ακούμε. Είμαστε γυναίκες που έχουμε ζήσει διάφορα πράγματα. Ξέρουμε διάφορα πράγματα. Η αίσθηση κρατάει ώσπου να πάμε στον διάδρομο και μετά – να με. Ή μάλλον να μαστε. Και δεν εννοώ μόνο τις άλλες γυναίκες αλλά και τις ψυχές που ήρθαν εδώ μαζί μας, αόρατες αλλά παρούσες, σαν φαντάσματα. Κάποιες είναι ζωντανές, κάποιες στο Έξω, αλλαγμένες βαθιά, ίσως διά παντός, εξαιτίας μας. Και κάποιες δεν ζουν, πάλι
RkJQdWJsaXNoZXIy MTk1OTAxMA==