Πώς να διαβάσεις ένα βιβλίο

MONICA WOOD 12 Έπειτα η Τζασίντα: «Τέταρτος όροφος: τα ρούχα μου, την τσάντα μου, τα κοσμήματα της μαμάς μου». «Κι εμένα», λέει η Ρενέ. «Πέμπτος όροφος. Συν τη γάτα μου». Η Ρενέ είναι κοντή, σκουρόχρωμη και όμορφη, και τσαντίζομαι πάρα πολύ που της πέταξε τη γάτα. Αυτό συμβαίνει συχνά. Είναι ένα παιχνίδι που λέγεται «Σε ποια έχουν συμβεί τα χειρότερα», και τα περισσότερα είναι αλήθεια. Έπειτα μιλάει η Έιμι. Η Έιμι, που είναι μια σταλίτσα, μοιάζει δώδεκα χρονών κι είναι ένα φοβισμένο ποντικάκι. Λέει: «Ο άντρας μου πέταξε το μωρό μου. Πέταξε το μωρό μου από το παράθυρο. Τα ρούχα δεν με ένοιαξαν». Η Κυρία της Λέσχης δεν μιλάει, μόνο ακούει. Και γι’ αυτό μάλλον βγαίνουν όλα αυτά. Κάνει μια βασική ερώτηση, όπως αυτή για τον Θεό, και μετά μιλάμε ακατάπαυστα μέχρι να μας αποφορτίσει και να κάνει άλλη ερώτηση. Συνήθως, όταν κάποια έρχεται εδώ, ακόμα κι αν ο Λόγος της είναι κάτι που θα το λέγανε στις ειδήσεις, έχουν περάσει μήνες, μπορεί και παραπάνω, από τα ρεπορτάζ, έτσι είτε δεν θυμόμαστε είτε δεν μας νοιάζει. Αλλά όταν ο Λόγος είναι ένα μωρό που πετάχτηκε στον δρόμο (το μωρό πέθανε και η Έιμι κλαίει συνέχεια), δεν ξεχνιέται. Επομένως: Κάποιες φορές ξέρουμε. Αλλά, όπως και να ’χει, δεν μιλάμε για τους Λόγους μας. Μιλάμε για το Πριν: για τις οικογένειές μας, τους γκόμενους ή τις γκόμενές μας, τους άντρες ή τις γυναίκες ή τα παιδιά, αν έχουμε. Τις δουλειές και τα χόμπι. Τους ανθρώπους που μας λείπουν από το Έξω (ατελείωτη, ατελείωτη, ατελείωτη λίστα). Τι τρώγαμε. Πού ζούσαμε. Για παλιές τηλεοπτικές σειρές. Ποιους αγαπούσαμε και ποιους μισούσαμε. Ποτέ για τον Λόγο μας, ακόμα κι αν όλες ξέρουμε ποιος είναι. Τον δικό μου τον ξέρουν.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTk1OTAxMA==