Πώς να διαβάσεις ένα βιβλίο

Για την αγαπημένη μου ομάδα: Sarah Braunstein, Kate Christensen, Lewis Robinson, Bill Roorbach. Και για τις φυλακισμένες γυναίκες σε όλο τον κόσμο.

7 1 Βάιολετ Η ΑΙΘΟΥΣΑ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΡΙΟΥ ΕΙΝΑΙ ΟΠΩΣ θα περίμενε κανείς έναν λειτουργικό χώρο δημόσιας υπηρεσίας. Ένα άχρωμο, βαρετό παραλληλόγραμμο με τυφλούς τοίχους σε κάθε άκρη και παράθυρα κατά μήκος των δύο πλευρών. Τα μισά παράθυρα βλέπουν στο Έξω, σε έναν συρματοφράχτη όπου κουρνιάζουν καμιά φορά καρδερίνες και πίσω από αυτόν, σε ένα κακοτράχαλο κατηφορικό χωράφι γεμάτο λογιών λογιών θάμνους και δέντρα που τα χρώματά τους αλλάζουν ανά εποχή. Τη μέρα που έχω στο μυαλό μου είμαι είκοσι δύο χρονών, δεν μου μένει πολύς χρόνος ακόμα μέσα, παρότι μοιάζει πολύς, και το χωράφι είναι σκεπασμένο με γαλαζωπό χιόνι· γυμνά ξεραμένα κοτσάνια ξεπετάγονται εδώ κι εκεί σαν κραυγές βοήθειας. Οι τοίχοι είναι γυμνοί, υπάρχει μόνο μια αφίσα που δείχνει τι να κάνεις σε περίπτωση πνιγμού. Δεν υπάρχουν έπιπλα, εκτός από ένα τραπέζι και δεκατρείς καρέκλες χωρίς μπράτσα, απ’ αυτές που κάθεσαι και πιάνεται ο κώλος σου. Για την ακρίβεια, τα τραπέζια είναι δύο, κολλημένα, άδεια, αν εξαιρέσεις τα χαρτιά μας, τα στιλό μας και ένα αντίτυπο του βιβλίου που συζητάμε. Όλα είναι μπεζουλί, αλλά, όταν μαζευόμαστε, η αίθουσα πλημμυρίζει ζωντάνια και ζεστασιά. Τα υπόλοιπα παράθυρα βρίσκονται κατά μήκος του κεντρικού διαδρόμου, και στην άλλη πλευρά του διαδρόμου ακόμα μια σειρά παράθυρα βλέπουν στην τραπεζαρία.

MONICA WOOD 8 Δεν υπάρχει τοίχος χωρίς παράθυρο εδώ πέρα. Και πόρτες. Όλα είναι σχεδιασμένα για να σκοτώνουν την ιδιωτικότητά σου. Μας βλέπω ακόμα πεντακάθαρα: δώδεκα γυναίκες ντυμένες στα μπλε, με τα σκασμένα χέρια μας σταυρωμένα ή όχι, ή μπορεί να τα χτυπάμε ρυθμικά, και η Κυρία της Λέσχης κάθεται στην κεφαλή του τραπεζιού, με ένα αδιάφορο πουκάμισο με χαμογελαστές πράσινες μελισσούλες, μας βοηθάει να συζητήσουμε για ένα βιβλίο που απεχθανόμαστε. Νιώθω όπως νιώθω πάντα στη Λέσχη Βιβλίου. Όπως πιστεύω ότι νιώθουμε όλες. Ασφαλής. Το βιβλίο λέγεται Ουλές, μια υποτίθεται αληθινή ιστορία για μια διάσημη καρδιοχειρουργό που όταν ήταν μικρή, έτρωγε χώμα. Όντως, πραγματικό χώμα από την άθλια αυλή της στο ανατολικό Τέξας. Της το έριχναν στα δημητριακά της για τιμωρία επειδή διάβαζε εφημερίδα. Πρώτη μιλάει η Ντόνα-Λιν, όπως πάντα. Βάζει τα λεπτά μαλλιά της πίσω από τα αυτιά. «Και τι μας νοιάζει εμάς για μια πλούσια γιατρό που η μεγαλύτερη τραγωδία της ζωής της είναι ο χειμώνας στη Νέα Υόρκη;» «Ναι, χαλάρωσε, λίγο χιονάκι είναι», λέει η Ρενέ. «Ξεκόλλα». Όπως οι περισσότερες, η Ρενέ και η Ντόνα-Λιν μεγάλωσαν στο Μέιν και τα παίρνουν που μια διάσημη καρδιοχειρουργός κλαψουρίζει για πέντε πόντους χιονόνερο καθώς σπρώχνει ένα διπλό καροτσάκι στη γαμημένη την Πέμπτη Λεωφόρο. Η Κίτεν λέει: «Δεν γίνεται να τρως χώμα δεκαέξι χρόνια και να γίνεις διάσημη καρδιοχειρουργός». Έπειτα η Σέινα: «Δεν γίνεται να τρως χώμα δεκαέξι χρόνια και να κάνεις υπέροχα δίδυμα με ασορτί λακκάκια». Κι ύστερα η Τζασίντα: «Ούτε για φτύσιμο δεν είναι».

ΠΩΣ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΙΣ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ 9 Και η Μαριέλ: «Αποκλείεται τα ρεμάλια οι γονείς της να ήταν κατά βάθος μορφωμένοι και ταλαντούχοι τύποι». Και η Ντόροθι: «Τι ψεύτρα». Και η Τζένι Μπιγκ: «Το ταλέντο δεν κρύβεται». Αυτόματα κοιτάζουμε την Ντόνα-Λιν. Στο πρώτο μου Συμβούλιο Κρατουμένων τραγούδησε όλα τα κωμικά τραγούδια από την παράσταση του λυκείου της, το Μάγκες και κούκλες, και ακόμα και οι δεσμοφύλακες έσκασαν στα γέλια. Η Ντόροθι, που έχει έξι παιδιά και πρόπτωση κύστης, κυριολεκτικά κατουρήθηκε. Εγώ ήμουν καινούρια και φοβισμένη, και γέλασα τόσο πολύ, που ξαφνικά πίστεψα ότι μπορούσα να αντέξω τους επόμενους είκοσι οχτώ μήνες χωρίς να πεθάνω από απελπισία. Επίσης όμως ήταν κρίμα γιατί η Ντόνα-Λιν, της οποίας το παρατσούκλι είναι Θεατρίνα, έχει φωνή για το Μπρόντγουεϊ, που θα έπρεπε να της είχε εξασφαλίσει μια άλλη ζωή. Αν είχε κάνει άλλες επιλογές, θα μπορούσε να ποζάρει φορώντας τουαλέτα και κρατώντας ένα Τόνι αντί να κάνει τον καραγκιόζη στο Συμβούλιο με την μπλε στολή της. «Καταλαβαίνω τι θέλετε να πείτε», λέει η Κυρία της Λέσχης. Πάντα καταλαβαίνει τι θέλουμε να πούμε γιατί είναι συνταξιούχος φιλόλογος και απολαμβάνει τις «ζωντανές» συζητήσεις. Επίσης, μας συμπαθεί. «Όμως», συμπληρώνει, όπως πάντα, «προκειμένου να γίνει η ανάγνωση μια άσκηση ενσυναίσθησης, καλό είναι να σκεφτόμαστε όλους τους χαρακτήρες σε όλα τα βιβλία ως ανθρώπους σαν κι εμάς». «Ακόμα κι όσους δεν καταλαβαίνουμε», λέει η Μπρίτι, που με το σουβλερό της πρόσωπο και τους μαύρους κύκλους μοιάζει με εξημερωμένο ρακούν. Η Τζένι Μπιγκ συμπληρώνει αμέσως: «Ακόμα κι όσους δεν συμπαθούμε».

MONICA WOOD 10 Η Ντεζιρέ ολοκληρώνει: «Ακόμα κι αυτούς που μισούμε από τα τρίσβαθα της ψυχής μας». Η Κυρία της Λέσχης, που έχει την ομορφιά ηλικιωμένης γυναίκας, γλυκό ροδαλό πρόσωπο, κυματιστά γκρίζα μαλλιά και προγουλάκι, ανοίγει τα χέρια. «Ορίστε. Δεν είναι και τόσο δύσκολο». Η λογική της περί «ανθρώπων σαν κι εμάς» θεωρητικά είναι οκέι –η Κυρία της Λέσχης έχει ένα σωρό θεωρίες, ιδίως όσον αφορά την ενσυναίσθηση–, παρ’ όλα αυτά μας φαίνεται τραβηγμένο να δεχτούμε τη διάσημη και πετυχημένη καρδιοχειρουργό σε μια οικογένεια ανθρώπων σαν εμάς. Τον ενάμιση χρόνο που συμμετέχουμε στη Λέσχη Ανάγνωσης η Κυρία της Λέσχης έχει δοκιμάσει διάφορες συγγραφείς, από τη Βιρτζίνια Γουλφ μέχρι τη Ζέιντι Σμιθ, και έχουμε διαμαρτυρηθεί για όλες. Μας αρέσει να διαμαρτυρόμαστε. Μας δίνει μια παράξενη δύναμη. Η Κυρία της Λέσχης δεν το έχει καταλάβει ακόμα. Όχι ότι δεν έχουμε προτιμήσεις. Η αγαπημένη φάση μας στη λέσχη άρχισε το περασμένο φθινόπωρο, που ζητήσαμε τα κλασικά που οι περισσότερες είχαμε διαβάσει στο λύκειο και τα θυμόμασταν. Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια, Άνθρωποι και ποντίκια, Ο μεγάλος Γκάτσμπι. Αυτά τα βιβλία νιώθαμε σαν οικογένειά μας. Αυτά μας βοήθησαν να βγάλουμε τον χειρότερο χειμώνα – έναν πολύ σκληρό χειμώνα, με πολύ χιόνι και πολλές μέρες χωρίς προαυλισμό. Το Ίθαν Φρομ ήταν το τελευταίο, και αυτή τη φορά το διάβασα με άλλη οπτική. Η όμορφη Μάτι γίνεται γκρινιάρα και στρίγκλα μετά από ένα ατύχημα με έλκηθρο με τον Ίθαν. Ουσιαστικά το βιβλίο μιλάει για το ότι η ζωή είναι σκατά και κανείς απ’ όσους αξίζει να αγαπηθούν δεν βρίσκει τελικά την αγάπη.

ΠΩΣ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΙΣ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ 11 Πριν από τη φυλακή δεν ήμουν τόσο αυστηρή αναγνώστρια. «Η συγγραφέας θα έπρεπε να το ονομάσει Ίθαν Φρομ, ο Θεός σε μισεί», είχε πει τότε η Ντόνα-Λιν. Έτσι, η Κυρία της Λέσχης, φυσικά, μας ρώτησε την άποψή μας για τον Θεό, ένα ερώτημα που μας απασχόλησε την υπόλοιπη ώρα. Κάθε Παρασκευή, για δύο ώρες, βιβλία, βιβλία, βιβλία. Όταν τελειώνουμε, τα κρατάμε, και δεν είναι μικρό πράγμα αυτό, να έχουμε μια στοίβα θριάμβων κάτω από το κρεβάτι. Σήμερα τελειώνουμε αυτόν τον δύσκολο χειμώνα, συζητάμε τη σκηνή όπου η διάσημη καρδιοχειρουργός γνωρίζει τον κούκλο άντρα της-οικονομικό διευθυντή στο ασανσέρ της πολυκατοικίας τους. Τον ξέρουμε ήδη, επί είκοσι εφτά κεφάλαια η συγγραφέας τον αντιπαθεί, αλλά επιστρέφει στην πρώτη τους συνάντηση για να μας δείξει ότι η ζωή έχει νόημα, που όμως το βλέπεις αργότερα. Δεν έχει άδικο. Της το αναγνωρίζω. Έπειτα η Σέινα λέει ξαφνικά ότι μια φορά ο φίλος της της πέταξε τα ρούχα της από το παράθυρό τους στον δεύτερο όροφο επειδή δεν του πήρε πίπα πριν φύγει για τη δουλειά. Αυτή είναι η Λέσχη Ανάγνωσης, αναπάντεχη, γιατί το να διαβάζουμε βιβλία, ακόμα και ενοχλητικά βιβλία για τυχερούς ανθρώπους που νομίζουν ότι είχαν τραγική παιδική ηλικία, μας κάνει να ανοιγόμαστε. «Κι ο δικός μου το έκανε αυτό», λέει η Ντεζιρέ. Τα μαλλιά της, παρόλο που τα έχει κάνει πολλά πλεξουδάκια, είναι άτονα και άχρωμα. Και τα μάτια της επίσης: άτονα και άχρωμα. «Από τον τρίτο όροφο, τα ρούχα μου, συν την τσάντα μου, συν κάτι αγαλματάκια ελεφαντάκια που είχα, όλα στον δρόμο».

MONICA WOOD 12 Έπειτα η Τζασίντα: «Τέταρτος όροφος: τα ρούχα μου, την τσάντα μου, τα κοσμήματα της μαμάς μου». «Κι εμένα», λέει η Ρενέ. «Πέμπτος όροφος. Συν τη γάτα μου». Η Ρενέ είναι κοντή, σκουρόχρωμη και όμορφη, και τσαντίζομαι πάρα πολύ που της πέταξε τη γάτα. Αυτό συμβαίνει συχνά. Είναι ένα παιχνίδι που λέγεται «Σε ποια έχουν συμβεί τα χειρότερα», και τα περισσότερα είναι αλήθεια. Έπειτα μιλάει η Έιμι. Η Έιμι, που είναι μια σταλίτσα, μοιάζει δώδεκα χρονών κι είναι ένα φοβισμένο ποντικάκι. Λέει: «Ο άντρας μου πέταξε το μωρό μου. Πέταξε το μωρό μου από το παράθυρο. Τα ρούχα δεν με ένοιαξαν». Η Κυρία της Λέσχης δεν μιλάει, μόνο ακούει. Και γι’ αυτό μάλλον βγαίνουν όλα αυτά. Κάνει μια βασική ερώτηση, όπως αυτή για τον Θεό, και μετά μιλάμε ακατάπαυστα μέχρι να μας αποφορτίσει και να κάνει άλλη ερώτηση. Συνήθως, όταν κάποια έρχεται εδώ, ακόμα κι αν ο Λόγος της είναι κάτι που θα το λέγανε στις ειδήσεις, έχουν περάσει μήνες, μπορεί και παραπάνω, από τα ρεπορτάζ, έτσι είτε δεν θυμόμαστε είτε δεν μας νοιάζει. Αλλά όταν ο Λόγος είναι ένα μωρό που πετάχτηκε στον δρόμο (το μωρό πέθανε και η Έιμι κλαίει συνέχεια), δεν ξεχνιέται. Επομένως: Κάποιες φορές ξέρουμε. Αλλά, όπως και να ’χει, δεν μιλάμε για τους Λόγους μας. Μιλάμε για το Πριν: για τις οικογένειές μας, τους γκόμενους ή τις γκόμενές μας, τους άντρες ή τις γυναίκες ή τα παιδιά, αν έχουμε. Τις δουλειές και τα χόμπι. Τους ανθρώπους που μας λείπουν από το Έξω (ατελείωτη, ατελείωτη, ατελείωτη λίστα). Τι τρώγαμε. Πού ζούσαμε. Για παλιές τηλεοπτικές σειρές. Ποιους αγαπούσαμε και ποιους μισούσαμε. Ποτέ για τον Λόγο μας, ακόμα κι αν όλες ξέρουμε ποιος είναι. Τον δικό μου τον ξέρουν.

ΠΩΣ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΙΣ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ 13 Όσο για την Έιμι, ο Λόγος της ήταν βασικά Λόγος του άντρα της. Εκείνος πέταξε το μωρό. Οι ένορκοι, άνθρωποι υποτίθεται σαν εκείνη, δεν το πίστεψαν. Φανταστείτε το δικαστήριο: o σύζυγος, όμορφος πολιτικός μηχανικός. Η σύζυγος (η Έιμι) μια αξιοθρήνητη νεαρή μητέρα με τόσο βαριά κατάθλιψη, που οι δικηγόροι της δεν μπόρεσαν να την πείσουν να χτενίσει τα μαλλιά της. Κι έτσι βρίσκεται στη στενή, κλαίει για το μωρό της στη Λέσχη Ανάγνωσης, ενώ εκείνος ζει στο Έξω και αναλαμβάνει την κατασκευή μιας γέφυρας. Ίσως μια μέρα κάνει κι άλλο μωρό, που θα το πετάξει από άλλο παράθυρο, και τότε η Έιμι θα έχει την ευκαιρία να ξαναδικαστεί και τα μαλλιά της θα σταματήσουν να πέφτουν. Αυτό ελπίζουμε όλες, επειδή η Έιμι είναι εύθραυστη και μια σταλιά, σαν σπουργιτάκι. Αν ήταν κακάσχημη, με ουλές από ακμή, τεράστια κρεμασμένα βυζιά και της λείπανε μαλλιά από το κεφάλι –ονόματα δεν λέμε–, τότε θα πιστεύαμε κι εμείς τους ενόρκους όπως όλοι. Έτσι είναι οι άνθρωποι. Η Κυρία της Λέσχης έχει βυθιστεί στη σιωπή. Η Ντεζιρέ, που κάθεται απέναντί μου, πιάνει το βλέμμα μου: Ωχ. Τη λέμε Σπασικλάκι. Την πρώτη της μέρα συστήθηκε ως Χάριετ. Μόνο με το μικρό της φυσικά –εκατομμύρια κανόνες–, αλλά μέσα σε έναν μήνα μάθαμε το επίθετό της (Λάρσον) και την οδό της (Μπέλμοντ) και τι αμάξι έχει (Τoyota Corolla, μπλε μαρέν). Και τώρα, ενάμιση χρόνο μετά, ξέρουμε ότι έχει δύο κόρες, την Άνι και την Έλενα, που μένουν στο Λονδίνο με τις οικογένειές τους. Έχει επίσης μια ανιψιά, παιδί της αδερφής της που πέθανε, που είναι να πάει για μεταπτυχιακό στην Καλιφόρνια, και αυτό την πληγώνει λιγάκι. Το σπίτι της είναι επιβλητικό, με γοτθικές και αναγεννησιακές επιρροές, με φαρδιά περβάζια που αρέσουν ιδιαίτερα στον Τάμπσι, τον ασπρόμαυρο

MONICA WOOD 14 υπέρβαρο γάτο της, που δεν βγαίνει ποτέ έξω και κάνει συχνά εμετούς. Υποτίθεται ότι δεν πρέπει να τα ξέρουμε αυτά. Ο μαθηματικός, ένας μονοκόμματος τύπος, απόφοιτος δημόσιου κολεγίου που αρνιόταν να μας πει ακόμα και το πραγματικό του όνομα, είχε κάνει ένα άθλιο αστείο για παρατσούκλια. Αλλά η Κυρία της Λέσχης, παρά τα μεθοδικά φυλλάδια και το τυπωμένο πρόγραμμα, μας αντιμετωπίζει απλώς σαν μια παρέα κορίτσια που μιλάνε. Η Κυρία της Λέσχης σκέφτεται. Από την πλάτη της καρέκλας της κρέμεται μια κολλαριστή τσάντα από καραβόπανο που γράφει EAT SLEEP READ. Πίσω της, ο μουντός τοίχος της αίθουσας επισκεπτηρίου. Αριστερά της, ήλιος μπαίνει από το Έξω, φωτίζει μερικές ακτινωτές ρυτίδες στα χέρια της, που τα έχει απλωμένα ίσια στο τραπέζι. Αργά ή γρήγορα, όλοι παραιτούνται, και αν ήμουν η Κυρία της Λέσχης, το τελευταίο που θα έκανα θα ήταν να έρχομαι εδώ μια φορά την εβδομάδα και να κάθομαι με αχάριστα άτομα που παραπονιούνται για τα βιβλία που διαλέγω. Από τα δεκαπέντε βιβλία που έχει φέρει ως τώρα, κανένα δεν έτυχε ομόφωνης επιδοκιμασίας. Η Κυρία της Λέσχης μάς κοιτάζει ήρεμα, τρυφερά και αινιγματικά, και χαίρομαι που έχω διαβάσει αυτά τα δεκαπέντε βιβλία. Η βιβλιοθήκη της φυλακής, Θεούλη μου, έχει μόνο ρομάντζα και κατασκοπικά. Δεν μπορώ να πω ότι ξετρελάθηκα με τον Μεγάλο Γκάτσμπι, αλλά μερικές φορές μια σπινθηροβόλα πρόταση μπορεί πραγματικά να σε κάνει κομμάτια. Κι έτσι συνεχίσαμε να τρέχουμε προς τον θάνατο μες στη δροσιά του σούρουπου.

ΠΩΣ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΙΣ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ 15 Μια τέτοια πρόταση μπορεί να σε μεταφέρει αλλού, μακριά από το μπουρδέλο όπου τυχαίνει να τη διαβάζεις. Ή μπορεί να είναι μια αιφνιδιαστική επίθεση που σε τοποθετεί ακριβώς στο μπουρδέλο όπου τυχαίνει να τη διαβάζεις. Η Κυρία της Λέσχης περιεργάζεται τα χέρια της. Ίσως σκέφτεται έναν ευγενικό, διπλωματικό τρόπο να πει ότι δεν θέλει να ακούσει άλλα. Όμως όχι. Βγάζει τα γυαλιά της και λέει: «Ούτε μία φορά στα εξήντα τέσσερα χρόνια που ζω δεν μου πέταξε άντρας τα πράγματά μου από το παράθυρο». Σχεδόν ακούς την αίθουσα να χαλαρώνει, σαν μπαλόνι που το αφήνεις να αιωρηθεί. «Είσαι τυχερή, Σπασικλάκι», λέει η Τζασίντα. Τα χαρακτηριστικά της είναι μαζεμένα στο κέντρο του προσώπου της και νομίζεις ότι είναι πάντα τσαντισμένη και κατσουφιασμένη, αλλά δεν είναι. Η Κυρία της Λέσχης λέει: «Ακριβώς, Τζασίντα. Είμαι τυχερή». «Δεν είναι όλοι τυχεροί», λέει η Κίτεν. «Κίτεν, παντρεύτηκα έναν άντρα που με αγαπούσε». «Τον Λου», λέει η Ρενέ. Το λέει με την προφορά του γαλλοκαναδικού Μέιν. «Ναι, Ρενέ. Τον γλυκό μου Λου». «Πέθανε όμως», λέει η Μαριέλ. Η Μαριέλ, εργάτρια σε εργοστάσιο, στιβαρή και τρυφερή. «Ναι, Μαριέλ. Αλλά ζήσαμε καλά». Η Σέινα λέει: «Όταν φύγει η ανιψιά σου για την Καλιφόρνια, θα έχεις μόνο τον Τάμπσι». «Μα, Σέινα, ο Τάμπσι είναι υπέροχος σύζυγος», λέει η Κυρία της Λέσχης και όλες γελάμε, επειδή κι εμείς έχουμε ψιλοερωτευτεί τον Τάμπσι. Και επειδή η Κυρία

MONICA WOOD 16 της Λέσχης δεν πρόκειται να μας εγκαταλείψει, είναι σαφές. Έπειτα επιστρέφουμε στο θέμα μας, μιλάμε για την τύχη, και τα βιβλία, και τη ζωή, και γιατί τα τέλεια δίδυμα της συγγραφέα του Ουλές δεν αξίζουν ένα προνήπιο που κοστίζει σαράντα χιλιάρικα – για το καθένα. «Να πάρει», λέει η Κυρία της Λέσχης κοιτάζοντας το ρολόι στον τοίχο, που ο μοναδικός του σκοπός φαίνεται ότι είναι να μας χαλάει τη διασκέδαση. «Τελειώσαμε κιόλας». Αυτή η στιγμή πάντα με αιφνιδιάζει. Η πόρτα ανοίγει και η πραγματική ζωή μπαίνει μέσα με πάταγο. Ένα ουρλιαχτό από την πτέρυγα υψίστης ασφαλείας. Ένας φρουρός που μπαίνει από μια πόρτα ή βγαίνει από μια άλλη και τα σίδερα αντηχούν. Ο μεταλλικός θόρυβος από την τραπεζαρία. «Περιμένετε, περιμένετε, πριν φύγουμε σας έχω μια έκπληξη», λέει η Κυρία της Λέσχης, κι αυτό πάντα σημαίνει καινούριο βιβλίο. Αφήνει την τσάντα της στο τραπέζι και βγάζει τη στοίβα. «Γράφτηκε τη δεκαετία του σαράντα, αλλά θα δείτε ότι μοιάζει σύγχρονο. Το αποκαλούν μυθιστόρημα, αλλά στην πραγματικότητα είναι δύο νουβέλες». Ένα σούσουρο επιδοκιμασίας: Το «νουβέλα» ακούγεται κάπως κυριλέ, ή τουλάχιστον κάτι σύντομο. «Είναι για δυο αδέρφια σε ένα σταυροδρόμι της ζωής τους. Χωριστά σταυροδρόμια, αλλά συνδέονται. Η αδερφή βιώνει έναν κλονισμό, είτε νεύρων είτε πίστης. Δεν θα είναι ωραία να συζητήσουμε τι από τα δύο;» Μοιράζει τα αντίτυπα: Φράνι και Ζούι, του Τζ. Ντ. Σάλιντζερ. Ένα σούσουρο απλώνεται στην αίθουσα, γιατί κάποιες ξέρουμε ήδη αυτόν τον συγγραφέα. Όπως είπα, μας αρέ-

ΠΩΣ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΙΣ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ 17 σουν τα γνώριμα πράγματα. Τα πράγματα του Πριν. Η Κυρία της Λέσχης το ξέρει. Παίρνω το αντίτυπό μου και το κρατάω. Μου αρέσει το βάρος του βιβλίου στο χέρι μου, οποιουδήποτε βιβλίου. Αυτό εδώ είναι όμορφο. Μικρό και λεπτό, με απλό άσπρο εξώφυλλο και χοντρά μαύρα γράμματα. «Σε ευχαριστούμε, Σπασικλάκι», λέμε. «Και να θυμάστε», λέει η Κυρία της Λέσχης, «αν οι χαρακτήρες δεν είναι ακριβώς όπως θα θέλαμε να είναι...». «Άνθρωποι σαν κι εμάς», λέει η Ντόροθι. Σηκωνόμαστε να φύγουμε, κρατώντας δύο βιβλία τώρα, αυτό που δεν μας άρεσε καθόλου από κάτω και μια καινούρια αρχή από πάνω. «Διάβασα τον Φύλακα στη σίκαλη στη δευτέρα γυμνασίου», λέω στην Κυρία της Λέσχης. «Κι εγώ», λέει η Μπρίτι. «Ο Φύλακας στη σίκαλη είναι για αθώους», λέει η Κυρία της Λέσχης, ενώ ο Ρόμπερτς, ο πιο άσχημος φρουρός, καραδοκεί έξω από την πόρτα, γιατί ουαί και αλίμονο αν κάτσουμε δύο δευτερόλεπτα παραπάνω στη Λέσχη Ανάγνωσης. «Αυτό εδώ είναι για ανθρώπους που έχουν ζήσει διάφορα πράγματα». Μας αρέσει όπως το ακούμε. Είμαστε γυναίκες που έχουμε ζήσει διάφορα πράγματα. Ξέρουμε διάφορα πράγματα. Η αίσθηση κρατάει ώσπου να πάμε στον διάδρομο και μετά – να με. Ή μάλλον να μαστε. Και δεν εννοώ μόνο τις άλλες γυναίκες αλλά και τις ψυχές που ήρθαν εδώ μαζί μας, αόρατες αλλά παρούσες, σαν φαντάσματα. Κάποιες είναι ζωντανές, κάποιες στο Έξω, αλλαγμένες βαθιά, ίσως διά παντός, εξαιτίας μας. Και κάποιες δεν ζουν, πάλι

MONICA WOOD 18 εξαιτίας μας. Μερικές μέρες –τις πιο ήσυχες μέρες, που δεν γίνεται κάποια αναφορά ή δεν φέρνουν σέρνοντας κάποια καινούρια, τις μέρες που το μέρος αυτό δεν μοιάζει με ψυχιατρική μονάδα στον Άρη αλλά με καταφύγιο ζώων, γεμάτο ήρεμα σκυλιά– σχεδόν τους βλέπω, τους Λόγους μας, μικρά μαύρα συννεφάκια στον αέρα. Είναι σαν φύλακες άγγελοι, κατά κάποιον τρόπο. Φυλάνε την ανάμνησή τους στο μυαλό μας. Αιωρούνται ανάμεσά μας, αθόρυβα και δίχως να παραπονιούνται, και δεν λένε να εξαφανιστούν. Όταν σκοτεινιάζει, στην ησυχία του κρεβατιού σου μπορείς να τους γευτείς, σαν τη στάχτη μετά τη φωτιά. Δεν το συζητάμε. Αλλά το ξέρουμε. Το ξέρουμε η μία για την άλλη. Οι Λόγοι μας έρχονται να μας βρουν κάθε πρωί και μας ψιθυρίζουν τις νύχτες. Ο δικός μου Λόγος είναι μια αθώα, ανυποψίαστη γυναίκα, για πάντα εξήντα ενός, ονόματι Λορέιν Ντέιγκλ. Τώρα πια είναι κομμάτι μου, ένα θραύσμα από κόκαλο που έχει γίνει ένα με κάποιο δικό μου. Το βράδυ, κλειδωμένη στο κελί μου, αφού έχω πει τις προσευχές μου, μουρμουρίζω: «Καληνύχτα, Μπρίτι» και η Μπρίτι ψιθυρίζει: «Καληνύχτα, Βάιολετ». Και μετά, στην άγια ησυχία του μυαλού μου, ψιθυρίζω: Καληνύχτα, Λορέιν. Κάθε βράδυ τής ψιθυρίζω στο μυαλό μου. Στα είκοσι δύο μου, δεν ξέρω ακόμα πόσες μέρες θα μου δώσει ο Θεός, αλλά ξέρω το εξής: Όσες κι αν είναι, μετά από καθεμιά, θα ψιθυρίζω στο μυαλό μου: Καληνύχτα, Λορέιν.

19 2 Φρανκ ΜΕΤΑ ΤΟ ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ –τα βλέμματα οίκτου των ενόρκων, τις ανελέητες περιγραφές των τελευταίων στιγμών της Λορέιν– ο Φρανκ Ντέιγκλ είχε απομονωθεί για πάνω από έναν χρόνο· ένα σώμα ενόρκων αποτελούμενο από ένα άτομο, που υπέμενε τα καθημερινά τηλεφωνήματα της κόρης του, της Κρίστι, η οποία θεωρούσε ότι ο πατέρας της είχε παραλύσει από το πένθος. Πήγαινε μια βόλτα, μπαμπά, τον συμβούλευε. Είσαι χάλια. Ένα ένα βήμα και προχώρα. Η μαμά θα το ήθελε. Στο τέλος, αν μη τι άλλο για να αποφεύγει τα τηλεφωνήματά της, είχε αρχίσει να περπατάει τρία χιλιόμετρα κάθε πρωί στο καλλιτεχνικό κέντρο του Πόρτλαντ, τη χερσόνησο, όπου πήγαινε σπάνια στην πρότερη ζωή του. Στο Cοffee by Design παράγγελνε έναν μακιάτο (η Λορέιν θα το έλεγε «πόζα») και κατευθυνόταν προς το Wadsworth Books, όπου αγόραζε την πρωινή εφημερίδα, και καθόταν σε έναν φθαρμένο δερμάτινο καναπέ για να παρακολουθήσει τη μέρα να ξεδιπλώνεται: τον Τζέικ να πληκτρολογεί τις παραγγελίες βιβλίων, τη Ρόμπιν να ταΐζει τις καινούριες γάτες προς υιοθεσία, τη Μάρνι, την υπεύθυνη, να βγάζει το ετοιμόρροπο καροτσάκι με τα βιβλία στο πεζοδρόμιο. Αναπάντεχα αυτό το νέο τελετουργικό τον ευχαριστούσε. Μικρός, ο Φρανκ διάβαζε, και τούτο το μέρος μύριζε πραγματικά σαν τη βιβλιοθήκη της παιδικής του ηλι-

MONICA WOOD 20 κίας, με τα ίδια ξεχαρβαλωμένα ράφια και τα τραπέζια με τα βαριά πόδια, φορτωμένα με βιβλία. Μετά από έναν μήνα από το καροτσάκι για τα βιβλία έφυγε η μια ρόδα. «Πόσο μου τη σπάει», γρύλισε η Μάρνι. Το κακοφτιαγμένο μαραφέτι είχε τρεις σειρές ράφια δύο όψεων, ελαφρώς στραβά, φορτωμένα με βιβλία σε προσφορά. Ο Φρανκ κατέβασε την εφημερίδα του. «Τα ποδαράκια είναι τελείως ψεύτικα», είπε. «Αναμενόμενο». «Ε, μου τη σπάει». Η Μάρνι είχε εκπληκτικό σκούρο δέρμα, καλοσυνάτα τρυφερά μάτια και μαύρα μαλλιά, σαν ελατήρια, με χρυσές ανταύγειες. «Και η πόρτα θέλει δουλίτσα», της είπε. Κοίταξε την πόρτα προβληματισμένη. «Τι έχει;» «Καθυστερεί στο κλείσιμο. Μπορεί να βγει έξω η γάτα». Για την ακρίβεια, αυτό είχε συμβεί, πριν από δύο γάτες, με μια σιαμέζα με κομμένη ουρά που πήγαινε γυρεύοντας. Ο Φρανκ είχε πεταχτεί από τον καναπέ και είχε φέρει το ζώο ξανά μέσα. «Νόμιζα ότι οι πόρτες κλείνουν με τον ρυθμό τους», είπε η Μάρνι. «Ότι η καθεμία έχει την ταχύτητά της». Ο Φρανκ κούνησε αρνητικά το κεφάλι. Αυτά τα παιδιά δεν είχαν πιάσει ποτέ σφυρί. «Επίσης», είπε, «η μοκέτα κοντά στην πίσω πόρτα θέλει λίγο κόλλημα». «Θα έβαζα ταινία». «Όχι, θέλει κάρφωμα. Και οι τοίχοι βάψιμο». Συμφώνησαν για είκοσι πέντε ώρες, βασικό μεροκάματο, και μόνο όταν έδωσαν τα χέρια, ο Φρανκ συνειδητοποίησε ότι εξαρχής ο σκοπός του ήταν να τον προσλάβουν για μάστορα.

ΠΩΣ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΙΣ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ 21 Συχνά αργούσε να συνειδητοποιήσει τέτοια πράγματα. Όταν ήταν έφηβος, είχε πειστεί να παίξει φούτμπολ επειδή ο πατέρας του, που τον αγαπούσε, ήθελε να παίξει. Τον έβαλαν αμυντικό, αλλά μόνο με βάση τη σωματική του διάπλαση. Σε κάθε χτύπημα πάγωνε, ειδικά στις συμπλοκές μεταξύ των παικτών, επειδή ο Φρανκ Ντέιγκλ δεν ήταν γεννημένος για να χτυπάει ανθρώπους. Η Λορέιν είχε ερωτευτεί τον Φρανκ τον αμυντικό, αλλά στην πραγματικότητα ο ρόλος του ήταν υποστηρικτικός. Της είχε προσφέρει αγάπη, υπομονή, σταθερότητα και το μοναχοπαίδι της. Αυτά τα δώρα αποδείχτηκαν λάθος. Η καινούρια δουλειά έγινε βάλσαμο για τέτοιες σκέψεις. Ο Φρανκ ανέκτησε μια αίσθηση σκοπού που δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι είχε χάσει. Ξανάρχισε να διαβάζει και έφτιαξε ένα ράφι με αγαπημένα: Λι Τσάιλντ, Πατρίσια Κόρνγουελ, Πολ Ντουόρεν, τρομεροί αφηγητές κατά τη γνώμη του. Επίσης ανέλαβε τις γάτες, ζώα από καταφύγιο που έδιναν καλή εικόνα και κυκλοφορούσαν ελεύθερα παρά το κλουβί με την (πρόσφατα επιδιορθωμένη) πόρτα. Το μαγαζί κάπως συμμάζεψε τα συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα του Φρανκ, αναγκάζοντας το παρελθόν να υποχωρήσει, περιβάλλοντας τις μέρες του με τη ζωντάνια της νιότης. Η κόρη του είχε δίκιο, ήταν όντως χάλια, αν και έκανε λάθος ως προς την αιτία. Σήμερα ήταν πεσμένος στα γόνατα, έβαφε ένα γδαρμένο σοβατεπί κοντά στα περιοδικά και στις εφημερίδες. Πίσω του άκουσε ένα ήπιο, διστακτικό βήξιμο. Ήταν η Ρόμπιν, που αγαπούσε τον Φόκνερ, είχε φακίδες και ήταν υπεύθυνη για τα μεταχειρισμένα βιβλία. «Φρανκ», είπε. «Έχουμε ένα θέμα». Η καρδιά του σκίρτησε. «Τι τρέχει;»

RkJQdWJsaXNoZXIy MTk1OTAxMA==