Έρωτας από το πουθενά

Mαriαnα Zαpαtα 24 Είπα ναι . Αν συνέχιζε ο μαλάκας με αυτό το υφάκι, δεν ήθελα και πο- λύ για να αποτελειώσω τη δουλειά που είχαν ξεκινήσει οι άλλοι. Όμως το αίμα που είχε καλύψει το μπλουζάκι του μπροστά με έκανε να κρατήσω κλειστό το στόμα μου, πιθανόν για πέμπτη φορά σε ολόκληρη τη ζωή μου. Ήταν χτυπημένος. Έμοιαζε να δυσκολεύεται να ανασάνει. Και αν είχε πάθει διάτρηση πνεύμονα; Τι υποτίθεται ότι έπρεπε να κάνω; Η απάντηση ήταν: τίποτα . Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα, εκτός και αν το ήθελε. Ήταν ενήλικος άντρας. Δεν μπορούσα να τον υποχρεώσω να κάνει κάτι με το ζόρι. Έπρεπε να γυρίσω στο σπίτι μου. Ήδη είχα κάνει αρκετά. Δεν ήθελα να ασχοληθώ με αυτό, όμως… ήξερα ότι δεν μπορούσα να επιστρέψω σπίτι μου, προτού σιγουρευτώ ότι δεν θα λιποθυ- μούσε στο γκαζόν. «Εντάξει. Πάμε λοιπόν. Αν είναι να λες ψέματα ότι είσαι κα- λά, τουλάχιστον άφησέ με να σε βοηθήσω να μπεις στο σπίτι σου», είπα λίγο πολύ μουρμουρίζοντας, αγανακτισμένη που δεν μπορούσα να πω ένα απλό «εντάξει» και να τον αφήσω να συνε- χίσει τη ζωή του. Ακόμα περισσότερο με αγανακτούσε το γεγονός ότι ο τύπος συμπεριφερόταν σαν να μην είχε τίποτα και σαν να μην υπήρχε περίπτωση να είχε πράγματι πάθει κάτι. Για μια στιγμή έκλεισε τα μάτια, πριν γνέψει καταφατικά, κοιτάζοντας φευγαλέα προς το μέρος μου. Από το στήθος του βγήκε ένας ακόμα ρόγχος, διστακτικός και γελοίος. Άπλωσα το χέρι μου για να τον βοηθήσω να σηκωθεί, αλλά το αγνόησε. Αντ’ αυτού, του πήρε λίγη ώρα να σταθεί στα πόδια του, ενώ το χέρι μου περίμενε μετέωρο, σε περίπτωση που άλλαζε γνώμη. Δεν συνέβη κάτι τέτοιο. Ανέβηκε τα σκαλιά αργά, μόνος του και εγώ τον ακολούθησα, έτοιμη να συγκρατήσω μια πτώση του. Έτσι όπως μου είχε στραμμένη την πλάτη, συνειδητοποίησα

RkJQdWJsaXNoZXIy MTk1OTAxMA==